Ο άνθρωπος πίσω από την ταινία «I Swear»- Έβρισε την Βασίλισσα της Αγγλίας όταν την συνάντησε

i-swear-swear
ΤΕΤΑΡΤΗ, 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026

Ποιος είναι ο Τζον Ντέιβιντσον στον οποίο βασίζεται η ανεξάρτητη βρετανική ταινία.

Ένα απρόοπτο με βρισιές σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της τελετής των φετινών βραβείων BAFTA, αναγκάζοντας μάλιστα το BBC να ζητήσει συγγνώμη που δεν έκοψε νωρίτερα τις ρατσιστικές εκφράσεις που ακούστηκαν στην διάρκεια της εκδήλωσης.

Οι βρισιές προήλθαν από ένα άτομο στο κοινό: τον Τζον Ντέιβιντσον, στην ιστορία του οποίου βασίζεται η ταινία «I Swear». Ο Ντέιβιντσον πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ, το οποίο χαρακτηρίζεται από ξαφνικές, ακούσιες και επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή ήχους, γνωστούς ως τικ, που συχνά εκδηλώνονται με ξέσπασμα όπως δυνατή βωμολοχία.

Έτσι δεν μπορούσε να ελέγξει τον ρατσιστικό χαρακτηρισμό που εκτόξευσε όταν βγήκαν στην σκηνή οι Μάικλ Μπ. Τζόρνταν και Ντελρόι Λίντο από την ταινία «Sinners». Ο παρουσιαστής της τελετής, Άλαν Κάμινγκ, αναγκάστηκε να δώσει εξηγήσεις και να ζητήσει κατανόηση από το κοινό.

Κι αργότερα ο Ρόμπερτ Αραμάγιο, που πρωταγωνιστεί στην ανεξάρτητη βρετανική ταινία, κέρδισε σε μια τεράστια ανατροπή το BAFTA Α’ Ανδρικού Ρόλου, αφήνοντας πίσω του υποψηφιότητες όπως εκείνες του Λεονάρντο Ντι Κάπριο και του Τιμοτέ Σαλαμέ.

Η κοπρολαλία, τα άσεμνα και υποτιμητικά σχόλια, είναι μόνο ένα από τα συμπτώματα του συνδρόμου Τουρέτ. Όσοι πάσχουν από το σύνδρομο μπορεί να φωνάζουν, να βρίζουν και να κάνουν συσπάσεις επαναλαμβανόμενα και ανεξέλεγκτα.

Η συνάντηση με την Βασίλισσα

Όσοι ζουν με σύνδρομο Τουρέτ μπορεί να αισθάνονται χειρότερα σε στιγμές άγχους. Επομένως μία συνάντηση με την Βασίλισσα της Βρετανίας ήταν το απόλυτο ναρκοπέδιο, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος ο Ντέιβιντσον μιλώντας στην Telegraph.

Ο Ντέιβιντσον τιμήθηκε το 2019 με το μετάλλιο MBE (Member of the Order of the British Empire) από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β' για την προσφορά του στην ευαισθητοποίηση για τη νευροαναπτυξιακή διαταραχή.

Η κατάστασή του εκείνη την ημέρα είχε αρχίσει να ανάβει κόκκινο ήδη από το πάρκινγκ, έξω από τη βασιλική κατοικία του Εδιμβούργου. Ο Ντέιβιντσον, ανταποκρίθηκε στους αυστηρούς ελέγχους ασφαλείας φωνάζοντας: «Βόμβα! Έχω μια *** βόμβα!».

Και ήξερε πως το πράγμα δεν θα σταματούσε εκεί και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να απευθυνθεί υβριστικά (και με σεξουαλικά υπονοούμενα) και προς την Βασίλισσα. Και το έκανε. Η ίδια όμως δεν πτοήθηκε. Το αντίθετο, ήταν ψύχραιμη και τον συνεχάρη.  

Για τον ίδιο η στιγμή αυτή λειτούργησε αποκαλυπτικά. «Αν η βασίλισσα της Αγγλίας μπορεί να δεχτεί το σύνδρομο Τουρέτ μου και να είναι στην παρέα μου, γιατί στο καλό να κάνουμε όλη αυτή την προσπάθεια ευαισθητοποίησης; Γιατί δεν μπορούν οι απλοί άνθρωποι απλώς να το δεχτούν με τον ίδιο τρόπο;», θυμάται ότι διερωτήθηκε.

Αφού ανακηρύχθηκε, ο Ντέιβιντσον γνώριζε ότι το πρωτόκολλο προέβλεπε να μείνει στην αίθουσα όσο οι υπόλοιποι τιμώμενοι παραλάμβαναν τα μετάλλιά τους. Ωστόσο, αν και προσπάθησε κα ηρεμήσει να συγκεντρωθεί έβρισε για άλλη μία φορά, με αποτέλεσμα τελικά να του επιτραπεί, με τη συγκατάθεση της Βασίλισσας, να φύγει από την αίθουσα.

 

Η ζωή του

Το «Ι Swear» είναι μια συγκινητική αλλά και αγχωτική ταινία, στην οποία βλέπουμε τον αγώνα του Ντέιβιντσον μέσω του ακτιβισμού να αναγνωριστεί μία πάθηση σε μια εποχή που ήταν ελάχιστα γνωστή, και φυσικά η αναμέτρησή του με το σύνδρομο που μετέτρεψε σε κόλαση την παιδική του ηλικία.

Υπάρχουν ωστόσο δύο σκηνές στην γεμάτη ενσυναίσθηση ταινία του σεναριογράφου-σκηνοθέτη Κερκ Τζόουνς, που τον έκαναν να θέλει να φύγει από την αίθουσα προβολής. Πρόκειται για σκηνές από την παιδική ηλικία και την πρώιμη ενήλικη ζωή του Ντέιβιντσον, χρόνια κατά τα οποία τα ανεξέλεγκτα τικ, οι φωνές, τα σφυρίγματα, τα τινάγματα, τα φτύσιμα και οι βρισιές του - τα οποία παρομοιάζει με ένα κουνημένο μπουκάλι με ανθρακούχο ποτό, πάντα έτοιμο να ξεχυθεί με δύναμη από μέσα του - τον καθιστούν κοινωνικό παρία.

Στην μία σκηνή, ο 14χρονος εαυτός του βουτάει στον ποταμό Τουίντ κοντά στο σπίτι του στο Γκαλάσιελς και προσπαθεί να πνιγεί. Και στη δεύτερη, ένας κακοποιός, εξοργισμένος με τον Ντέιβιντσον που φωνάζει «τσούλα» στην κοπέλα του, παραλίγο να τον σκοτώσει με λοστό - παρόλο που γνωρίζει, όπως όλοι στη μικρή πόλη των περίπου 13.000 κατοίκων όπου ζει, ότι ο Ντέιβιντσον δεν μπορεί να ελέγξει τι λέει.

Όπως αποκαλύπτει, χρειάστηκε μια απόπειρα αυτοκτονίας για να αναγνωρίσουν οι άνθρωποι γύρω του την αγωνία του και να αναλάβουν δράση. Στο πρώτο από τα συνολικά πέντε ντοκιμαντέρ που έχουν γυριστεί για τον Ντέιβιντσον και την πάθησή του, το «John’s Not Mad» του 1989, βλέπουμε πώς η αινιγματική συμπεριφορά του ως παιδί έχει επιτέλους διαγνωστεί αλλά και το κόστος αυτής της διάγνωσης καθώς ξεκινάει με ένα σαφώς συντετριμμένο 16χρονο να μιλάει ανοιχτά για τις αυτοκτονικές του τάσεις.

Βλέπουμε επίσης την επίδραση που έχει η κατάσταση στην οικογένειά του. Στο «I Swear», μαθαίνουμε ότι ο πατέρας του έφυγε από το σπίτι όταν ήταν έφηβος. Ο ίδιος έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι ο πατέρας του δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την σχεδόν ακατανόητη συμπεριφορά του γιου του. «Ένιωθα ότι η οικογένειά μου δεν με ήθελε», δηλώνει σήμερα ο Ντέιβιντσον τονίζοντας ότι μέχρι και σήμερα, οι οικογένειες αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα όσον αφορά την πάθηση επειδή δεν υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές για το σύνδρομο Τουρέτ.  

«Σήμερα υπάρχει η παιδιατρική, υπάρχουν οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας, υπάρχουν η νευρολογία και η ψυχιατρική», αναφέρει. «Δεν υπάρχει όμως συγκεκριμένη οδηγία για έναν γενικό ιατρό σχετικά με το πού να στείλει ένα παιδί. Έτσι, αυτά τα παιδιά καταλήγουν να βρίσκονται σε λίστες αναμονής σε ένα τμήμα - παιδιατρικό, για παράδειγμα - όπου μπορεί να μην θεωρούν ότι έχουν την ικανότητα να διαγνώσουν το σύνδρομο Τουρέτ. Έτσι, μέχρι να φτάσει ένα παιδί στη σωστή ειδικότητα για διάγνωση, ίσως να έχουν περάσει δύο, τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια. Και αυτό δεν είναι αποδεκτό. Αυτό πρέπει να αλλάξει», τονίζει.

Αυτός ο ζήλος για την καμπάνια, αυτή η ενσυναίσθηση που είναι τόσο ισχυρή όσο τα τικ του, οδήγησε τον Ντέιβιντσον στο να γίνει ένας ανεκτίμητος πόρος για οικογένειες που βρίσκονται στα όριά τους και να προσπαθεί να τις βοηθήσει να διαχειριστούν την κατάσταση που αντιμετωπίζουν.