Κρίστιν Σκοτ Τόμας: Πώς η τραγωδία των παιδικών της χρόνων ενέπνευσε το σκηνοθετικό της ντεμπούτο
ALLISON DINNER Η διάσημη ηθοποιός μιλάει για την προσωπική της ιστορία, τα παιδικά της τραύματα και την υποκριτική, που κάποτε βαρέθηκε σε σημαντικό βαθμό.
Όταν ήταν είκοσι χρονών η Κρίστιν Σκοτ Τόμας εμφανίστηκε στη γαλλική τηλεόραση και, όπως παραδέχεται, έκανε ένα λάθος για το οποίο μετανιώνει μέχρι σήμερα, κι ας έχουν περάσει , τέσσερις δεκαετίες.
Ήταν το 1986 και προωθούσε την πρώτη της ταινία, «Κάτω από το κερασένιο φεγγάρι» (Under the Cherry Moon), στην οποία πρωταγωνιστούσε επίσης ο Πρινς.
Στην εκπομπή, που ήταν live και την παρακολουθούσαν 17 εκατομμύρια άνθρωποι, ο απότομος παρουσιαστής ρώτησε την ηθοποιό τι πίστευε ο πατέρας της για το ότι πρωταγωνιστούσε δίπλα του, με την ίδια να απαντάει ευθέως: «Λοιπόν, δεν ξέρω γιατί πέθανε όταν ήμουν πέντε ετών και ο πατριός μου πέθανε όταν ήμουν έντεκα».
Πλέον όμως δηλώνει ότι μετανιώνει που «άνοιξε» στο κοινό αυτό το παράθυρο της προσωπικής της ζωής. «Μακάρι να μην το είχα πει, να είχα καλύτερη καθοδήγηση», λέει χαρακτηριστικά μιλώντας στους βρετανικούς Times. «Αλλά ήμουν τόσο θυμωμένη. Και ο τρόπος μου να ξεσπάσω ήταν να τον φέρω σε δύσκολη θέση. Ο τόνος της φωνής του. Με τρέλαινε».
Οι μεγάλες απώλειες
Η διάσημη ηθοποιός, γνωστή από ταινίες όπως το «Τέσσερις γάμοι και μία κηδεία» και το «Ο Άγγλος ασθενής» και σειρές όπως το «Αργά Άλογα», είναι σήμερα 65 ετών, αλλά τότε βρισκόταν ακόμα σε φάση που επεξεργαζόταν τη θλίψη της.
Ο πατέρας της, Σάιμον, ήταν πιλότος στο Βασιλικό Ναυτικό της Βρετανίας και πέθανε εν ώρα υπηρεσίας το 1966 σε ηλικία 31 ετών. Όταν η μητέρα της, Ντέμπορα, ξαναπαντρεύτηκε — με έναν άλλο Σάιμον, επίσης πιλότο στο Βασιλικό Ναυτικό — η ιστορία επαναλήφθηκε το 1972. Και κάπως έτσι έμειναν στην τύχη τους η Σκοτ Τόμας και τα τρία μικρότερα αδέλφια της.
«Ανήκω στην τελευταία γενιά ανθρώπων που δεν τους επιτρεπόταν να μιλήσουν γι' αυτό», αναφέρει για τη θλίψη που προκάλεσε η οικογενειακή της τραγωδία. «Κυριολεκτικά τίποτα. Ήταν ένα σοκ, σαν να έπεσε το ταβάνι. Δεν είχα ιδέα τι θα πει πόνος πριν από αυτό. Μας χτύπησε (η τραγωδία) και μετά μας έστειλαν στο σχολείο. Έτσι η θλίψη μου μπερδεύτηκε μαζί με διαφορετικές θλίψεις.
Σήμερα, στην ηλικία της, έχει προχωρήσει, όπως λέει. «Όταν φτάνεις στα 60, είναι σαν να λες "Ξεπέρασέ το πια"», δηλώνει γελώντας. «Το πρόβλημα είναι ότι θα είμαι πάντα το παιδί με το τραγικό παρελθόν, αλλά δεν είμαι πια αυτό. Έτσι, ήθελα να ανακτήσω την ιστορία μου λέγοντας: ‘’Φύγε! Αυτό θέλω να πω για την απώλεια ενός γονέα ως παιδί...’’»
Η ταινία «My Mother’s Wedding»
Με το αυτό εννοεί το σκηνοθετικό της ντεμπούτο, το οποίο έκανε με την ταινία «My Mother’s Wedding». Η ταινία, της οποίας το σενάριο έχει επίσης γράψει μαζί με τον σύζυγό της Τζον Μικλεθγουέιτ, είναι εμπνευσμένη από την ζωή της και αφηγείται την ιστορία τριών αδερφών που μαζεύονται για τον γάμο της μητέρας τους. Οι δύο αδερφές έχουν τον ίδιο πατέρα αλλά η τρίτη όχι. Οι μπαμπάδες τους ήταν και οι δύο πιλότοι του ναυτικού και πέθαναν όταν ήταν πολύ νέοι, με διαφορά λίγων μόνο ετών.
Η Σκοτ Τόμας έχει τρία ενήλικα παιδιά - τη Χάνα, τον Τζόζεφ και τον Τζορτζ - με τον πρώτο της σύζυγο, Φρανσουά Ολιβέν, έναν Γάλλο μαιευτήρα. Μήπως η ανατροφή τους την έκανε να συνειδητοποιήσει πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν για τη μητέρα της το μεγάλωμα των παιδιών μετά την απώλεια δύο συζύγων; «Σίγουρα έκανε τη σχέση μας πιο δυνατή», απαντάει η ίδια, προσθέτοντας ότι η μητέρα της θα λάτρευε μία συγκεκριμένη σκηνή της ταινίας αλλά πέθανε λίγο πριν ολοκληρωθούν τα γυρίσματα.
Αναφερόμενη στο πώς είναι να μεγαλώνεις χωρίς μπαμπά κάνει λόγο για ένα σοκ που δημιουργεί παράλληλα μια «ελαφρώς μυστηριώδη και ιερή ατμόσφαιρα γύρω του». «Αλλά κανείς δεν μου έκανε κακό επίτηδες. Είναι ένα δυστύχημα. Η μοίρα. Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που μου αρέσουν όλα τα ελληνικά θεατρικά έργα», αποκαλύπτει.
Η θλίψη ως καμβάς στους ρόλους της
Η Σκοτ Τόμας γεννήθηκε στην Κορνουάλη το 1960, αλλά μεγάλωσε κυρίως στο Ντόρσετ και μετακόμισε στο Λονδίνο μετά το σχολείο. Το σχέδιό της ήταν να γίνει καθηγήτρια θεάτρου, αλλά, αφού άλλαξε γνώμη, μετακόμισε στο Παρίσι, όπου εργάστηκε ως εσωτερική νταντά, σπούδασε υποκριτική και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της με την Ολιβέν. Η ταινία με τον Πρινς ήταν το ντεμπούτο της, αλλά το «Τέσσερις Γάμοι και Μία Κηδεία» ήταν η ταινία που την έκανε γνωστή αλλάζοντας τα δεδομένα, αν και η ίδια αναφέρει συχνά πως την καλούσαν συχνά για να υποδυθεί τον ίδιο ρόλο.
«Συχνά με προσλάμβαναν για να παίξω ανθρώπους που είχαν μια κρυφή θλίψη. Γιατί κι εγώ την είχα, ξέρετε. Λένε ότι οι ηθοποιοί παίζουν για δική τους θεραπεία και υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτό, αλλά όλα αυτά τα ξεπέρασα όταν έπαιξα την Ηλέκτρα στη σκηνή».
Η Σκοτ Τόμας έπαιξε τον ρόλο της Ηλέκτρας στην τραγωδία του Σοφοκλή το 2014 στο Old Vic. «Μετά από αυτό ένιωσα, ουάου, δεν χρειάζεται να το ξανακάνω αυτό. Δεν χρειάζεται ποτέ ξανά να ξανακάνω τραγωδία», αναφέρει.
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης ρωτάται αν ένιωθε κάτι να την μαγνητίζει για να υποδύεται δραματικούς ρόλους, για να ξορκίσει με ένα τρόπο τη θλίψη που ένιωθε από την παιδική της ηλικία. «Ναι, αλλά επίσης με επέλεγαν για αυτούς τους ρόλους εξαιτίας αυτού. Μπορούσα να πω σε κάποιον, ως χαρακτήρας, ότι ήμουν απίστευτα δυστυχισμένη χωρίς στην πραγματικότητα να πω ότι είμαι δυστυχισμένη», απαντάει γελώντας. «Οι πιο σκληροί μου ρόλοι ήρθαν αργότερα», λέεο αναφέροντας τον ρόλο της ως Νταϊάνα Τάβερνερ στη σειρά «Αργά Άλογα». «Τώρα έχω γίνει μια σκληρή προσωπικότητα, αλλά πριν; Απλώς ήμουν λυπημένη».
Αλλαγή σχεδίων
Στο βιογραφικό της βρίσκει κανείς ταινίες όπως το «Ο Άγγλος Ασθενής», το «Επικίνδυνες Αποστολές», «Ο γητευτής των αλόγων» και το «Έγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ».
Όλα πήγαιναν καλά αλλά, όπως αποκαλύπτει η ίδια, πριν από μια δεκαετία είχε βαρεθεί. «Είχα σταματήσει να ασχολούμαι με την υποκριτική», λέει αναστενάζοντας. Γιατί; «Είχα πάρει αυτή τη μεγάλη απόφαση να κάνω θέατρο στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνο και γαλλικές ταινίες επειδή έχω ωραίους ρόλους στη Γαλλία, αλλά στην Αγγλία έπαιρνα τον ρόλο του ξινού, επικριτικού ανθρώπου. Δεν μπορώ να σκεφτώ γιατί!»
Το σχέδιό της ήταν να μετακομίσει στην επαρχία, αλλά στο μεταξύ γνώρισε τον Μίκλεθγουεϊτ, παντρεύτηκαν το 2024 και μετακόμισε στο Λονδίνο. «Αυτό που έμαθα στα 65 μου είναι ότι τα σχέδια δεν καταλήγουν ποτέ όπως τα ετοίμαζες», λέει χαρακτηριστικά ενώ όσον αφορά το αν βαριέται ακόμα την υποκριτική, απαντά με έναν αδιάφορο ήχο. «Αλλά έχω μεγάλη όρεξη να προσποιούμαι ότι είμαι άλλοι άνθρωποι», τονίζει.
Τα «Αργά Άλογα» και οι… άξεστοι ρόλοι
Πριν από έξι χρόνια «μου ζητήθηκε να κάνω αυτό το αστείο πράγμα που ονομαζόταν «Αργά Άλογα» και η έκτη σεζόν της επιτυχημένης σειράς επιστρέφει φέτος.
Ερωτηθείσα αν πιστεύει ότι η mainstream τηλεόραση θα έχει ποτέ σε πρωταγωνιστική θέση μια γυναίκα με τόσο κάφρικο χαρακτήρα όσο ο ρόλος του Γκάρι Όλντμαν , ως Τζάκσον Λαμπ στη σειρά, η ίδια παρατηρεί ότι έχει ήδη γίνει στη σειρά «Down Cemetery Road» με τον ρόλο της Έμμα Τόμσον. «Αν και ο χαρακτήρας της δεν ήταν τόσο... αηδιαστικός», συνεχίζει εκτιμώντας ότι «πιθανότατα θα το κάνουν αυτό».
«Αλλά έχει κάποια χρησιμότητα αυτό. Φαίνεται ότι υπάρχει μια τάση να κάνουμε τους ανθρώπους όσο το δυνατόν πιο αποκρουστικούς και δεν είμαι σίγουρη γιατί», σχολιάζει αν και παραδέχεται ότι οι ηθοποιοί επιθυμούν ρόλους αυτού του είδους.
«Τους θέλουμε επειδή έχουμε βαρεθεί να πρέπει να είμαστε όμορφες, ειδικά οι ηθοποιοί. Είναι κουραστικό, παίρνει ώρες, αλλά η αυθεντικότητα είναι σημαντική. Όλα είναι τόσο ψεύτικα και δεν νομίζω ότι είναι σύμπτωση που υπάρχει πλέον μια έντονη επιθυμία να παρακολουθήσουμε πραγματικούς ανθρώπους», προσθέτει.







