Από το «Dune» μέχρι το «Wicker»: Η ευρωπαϊκή χώρα που προτιμάει το Χόλιγουντ για σκηνικό

budapesthungary
ΤΕΤΑΡΤΗ, 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026

Η σχέση της Ουγγαρίας με τον κινηματογράφο και πώς «μαγνητίζει» τις μεγάλες παραγωγές.

Βλέποντας το «Poor Things», το «Blade Runner 2049» ή το «The Brutalist», ίσως κανείς να σκεφτεί ότι έχουν γυριστεί στο Λος Άντζελες.

Και όμως όχι. Μεγάλος μέρος και των τριών ταινιών έχουν γυριστεί στην Ουγγαρία.

Γιατί όμως μία χώρα της κεντρικής Ευρώπης κεντρίζει το Χόλιγουντ; Γιατί διαθέτει τεράστιες εγκαταστάσεις παραγωγής, ποικιλία τοπίων και αστικών σκηνικών, ενώ παράλληλα προσφέρει σημαντικά κίνητρα σε όποιον επιθυμεί να πραγματοποιηθεί στη χώρα η ταινία του.

Φέτος υπάρχουν αναφορές ότι έχουν κάνει το πέρασμά τους από την Βουδαπέστη αστέρες όπως οι Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, Τομ Κρουζ, Έντι Ρέντμεϊν Λίαμ Χέμσγουορθ, Αν Χάθαγουεϊ και Ντακότα Φάνινγκ.

Μια χώρα με κινηματογραφικό παρελθόν

Η Ουγγαρία συνδέεται με τον κινηματογράφο από τις πρώτες του κιόλας ημέρες. Οι αδελφοί Λυμιέρ,, οι οποίοι θεωρούνται οι πατέρες της 7ης τέχνης, έφεραν την εφεύρεσή τους στο ξενοδοχείο Grand Hotel Royal της Βουδαπέστης το 1896 —μόλις λίγους μήνες μετά την παρουσίασή της στο Παρίσι— και, την ίδια χρονιά, έβαλαν κινηματογραφιστές να βιντεοσκοπήσουν εμβληματικά σημεία της πόλης.

Όταν οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς της Βουδαπέστης είδαν τις πρώτες ταινίες, «ενθουσιάστηκαν σε βαθμό παραφοράς και σχεδόν αμέσως άρχισαν να δημιουργούν τις δικές τους ταινίες», σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Τζάστιν Ρίαρντον, ο οποίος διευθύνει την εταιρεία παραγωγής The Royal Budapest Film Company μαζί με τη σύζυγό του, Μπάρμπαρα.

Η πρώτη ουγγρική ταινία που γυρίστηκε για τη μεγάλη οθόνη δημιουργήθηκε το 1901 στην ταράτσα του «Uránia», ενός κτιρίου που είναι ορόσημο στη Βουδαπέστη. Τότε φιλοξενούσε επιστημονικές παρουσιάσεις ενώ σήμερα λειτουργεί ως κινηματογράφος που θυμίζει «καθεδρικό ναό», όπως ανέφερε ο ίδιος.

Οι Ούγγροι άσκησαν επίσης δυσανάλογα μεγάλη επιρροή στην αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία. Ο Άντολφ Ζούκορ, ο οποίος γεννήθηκε στην τότε αυστροουγγρική αυτοκρατορία, μετανάστευσε στις ΗΠΑ σε ηλικία 16 ετών και το 1912 συνίδρυσε την Paramount Pictures, ενώ ο Γουίλιαμ Φοξ —γεννημένος ως Βίλμος Φριντ— ήταν ο Ουγγροαμερικανός ιδρυτής της Fox Film Corporation, η οποία το 1935 μετεξελίχθηκε σε Twentieth Century-Fox.

Επιπλέον, οι ηθοποιοί Ζα Ζα Γκαμπόρ, Τόνι Κέρτις, Ρέιτσελ Βάις και Έιντριεν Μπρόντι έχουν ουγγρικές ρίζες, ενώ ο γεννημένος στη Βουδαπέστη Γκάμπορ Τσουπό ίδρυσε ένα στούντιο στο Χόλιγουντ, το οποίο παρήγαγε τους πρώτους κύκλους της σειράς «The Simpsons».

Βουδαπέστη, η κινηματογραφική κούκλα

Με τη μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονική της, αλλά και με περιοχές που παρουσιάζουν μια πιο τραχιά όψη, η Βουδαπέστη έχει «υποδυθεί» ευρωπαϊκές πόλεις όπως το Παρίσι, το Βερολίνο και τη Ρώμη σε ταινίες, μεταξύ των οποίων οι «Εβίτα», «Max» και «Inferno».

«Έχει πολλές διαφορετικές όψεις», όπως δήλωσε η παραγωγός Μπάρμπαρα Ρέαρντον. Επιπλέον, η μετακίνηση στην πόλη είναι εύκολη, ενώ τα στελέχη της διεθνούς κινηματογραφικής βιομηχανίας νιώθουν σαν στο σπίτι τους, ανέφερε. «Η Βουδαπέστη διαθέτει λίγο από όλα. Μπορείς να βρεις πράσινους χυμούς και υγιεινές σαλάτες... κάτι που αρέσει σε πολλούς επικεφαλής στούντιο, αλλά και σε ηθοποιούς», δήλωσε στο CNBC.

Για τη συγγραφέα Τζούντι Λάουφερ, η Βουδαπέστη έχει μια προσωπική σημασία: η οικογένειά της διέφυγε από την πόλη κατά τη διάρκεια της Ουγγρικής Επανάστασης του 1956, περνώντας τα σύνορα προς την Αυστρία, προτού μεταναστεύσει στον Καναδά. Η Λάουφερ είναι παραγωγός μιας ανεξάρτητης ταινίας, με τίτλο «Ashes to Iron», η οποία αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς της και γυρίστηκε στην Ουγγαρία.

«Εκτός αν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που να σου υποδεικνύει ότι βρίσκεσαι στη Βουδαπέστη —όπως, για παράδειγμα, η μεγάλη συναγωγή—... θα μπορούσες κάλλιστα να βρίσκεσαι οπουδήποτε», δήλωσε η Λάουφερ, αναφερόμενη στη μεγάλη συναγωγή στην οδό Ντοχάνι, τον δρόμο όπου έζησε κατά τον πρώτο ενάμιση χρόνο της ζωής της.

Η ταινία «Ashes to Iron» περιλαμβάνει επίσης σκηνές που έχουν γυριστεί σε ένα μικρό αεροδρόμιο και ένα μονοπάτι στη φύση έξω από τη Βουδαπέστη.

Η Μπάρμπαρα Ρέαρντον ανέφερε ότι η χώρα είναι ελκυστική για γυρίσματα και λόγω της εγγύτητάς της σε ποικίλα είδη τοπίων. «Έξω από την πόλη, υπάρχει η λίμνη που μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της θάλασσας», δήλωσε, αναφερόμενη στη λίμνη Μπάλατον που είναι η μεγαλύτερη λίμνη γλυκού νερού στην Κεντρική Ευρώπη. «Μπορεί να μην έχουμε βουνά, αλλά στις μέρες μας αυτό λύνεται εύκολα, καθώς διαθέτουν βουνά οι γειτονικές χώρες».

Τα κίνητρα

Αν και τα ουγγρικά στούντιο δεν μπορούν να ανταγωνιστούν σε μέγεθος τα μεγάλα αμερικανικά στούντιο της Καλιφόρνια, μπορούν όμως να τα κοιτάξουν στα μάτια όσον αφορά το κόστος. Σύμφωνα με την Ρέαρντον, το κόστος παραγωγής είναι περίπου 30% έως 50% χαμηλότερο σε σχέση με τις ΗΠΑ.

Σε απόσταση περίπου 20 λεπτών οδικώς βόρεια της Βουδαπέστης βρίσκονται τα Origo Studios, ένα συγκρότημα όπου γυρίστηκαν σημαντικά μέρη αμερικανικών ταινιών, όπως το «Dune», το «Dune: Part Two» και το «Inferno».

Το στούντιο διαθέτει 11 πλατό, καθώς και έναν εξωτερικό χώρο γυρισμάτων (backlot) έκτασης περίπου 16 στρεμμάτων, όπου κατασκευάζονται σκηνικά για εξωτερικές σκηνές.

Ιδρύθηκε το 2010 σε συνεργασία με την αμερικανική εταιρεία παραγωγής Raleigh Studios, η οποία εκείνη την περίοδο βρισκόταν υπό τη διεύθυνση του Αμερικανού και γνωστού στελέχους του κινηματογραφικού χώρου, Μάικλ Μουρ.

Η βιομηχανία της χώρας πέρασε μια κρίση επί Βίκτορ Όρμπαν καθώς ο πρώην πρωθυπουργός της χώρας ανέστειλε το πρόγραμμα που παρείχε επιστροφή 30% επί του συνόλου των δαπανών παραγωγής εντός της χώρας. Αν και το πρόγραμμα επανεκκίνησε τον Δεκέμβριο, η προηγούμενη κυβέρνηση έθεσε επίσης ανώτατο όριο στην αξία των παραγωγών για το πρώτο εξάμηνο του 2026, εντείνοντας έτσι την αβεβαιότητα, καθώς οι παραγωγοί συνηθίζουν να καταρτίζουν τους προϋπολογισμούς τους ένα έτος ή και για μεγαλύτερο διάστημα.

Η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας υπέβαλε προτάσεις για την ενίσχυση του συστήματος επιστροφής δαπανών κατά 63 δισ. ουγγρικά φιορίνια (193 εκατ. δολάρια). Παράλληλα, τον περασμένο μήνα, η αντιπρόεδρος της ουγγρικής κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, Ανίτα Όρμπαν, επιχείρησε να καθησυχάσει περαιτέρω την κινηματογραφική βιομηχανία, τονίζοντας ότι η νέα διοίκηση στοχεύει στη δημιουργία ενός «σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου» για το σύστημα κινήτρων. Η κυβέρνηση επιδιώκει να προσελκύσει «ακόμη περισσότερες» διεθνείς παραγωγές στη χώρα, πρόσθεσε η ίδια.

Το «Wicker» και τα εγχώρια ταλέντα της Ουγγαρίας

Μια παραγωγή μεγάλης κλίμακας, η οποία γυρίστηκε στην Ουγγαρία και αναμένεται να κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο αυτόν τον μήνα, είναι το «Wicker».

Στην ταινία πρωταγωνιστούν η Ολίβια Κόλμανκαι ο Αλεξάντερ Σκάρσγκορντ.

Σύμφωνα με την Ρέαρντον, που είναι συμπαραγωγός, τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε δύο υπαίθρια σκηνικά μεσαιωνικού στυλ, στα Korda Studios και στο Εθνικό Ινστιτούτο Κινηματογράφο, τα οποία βρίσκονται δυτικά και βόρεια της πόλης, αντίστοιχα.

Σύμφωνα με την ίδια, τα στούντιο του Χόλιγουντ συχνά επιθυμούν να φέρουν τις δικές τους ομάδες για να επιβλέψουν συγκεκριμένες λειτουργίες, ή ενδέχεται να μεταφέρουν το στάδιο του post-production πίσω στην έδρα τους. Ωστόσο, πλέον παρατηρεί μια αλλαγή. «Το "Wicker"... ήταν μία από τις πρώτες μεγάλες διεθνείς ταινίες, με σπουδαίους διεθνείς αστέρες, που προσέλαβε ντόπιο σκηνογράφο, ντόπιο ενδυματολόγο, καθώς και ντόπιους επαγγελματίες για τα μαλλιά και το μακιγιάζ», όπως είπε.

Οι σεναριογράφοι και σκηνοθέτες της ταινίας, Έλενορ Ουίλσον και Άλεξ Χιούστον Φίσερ, τοποθέτησαν το έργο «εκτός συγκεκριμένου χρόνου και τόπου, γεγονός που σήμαινε ότι μπορέσαμε να επινοήσουμε τη δική μας κουλτούρα», ανέφερε ο Φίσερ σε σημειώσεις παραγωγής που περιήλθαν σε γνώση του CNBC.

 Οι ενδυματολόγοι της ταινίας, Αντρας Ντάνιελ Τουθ και Αττίλα Γκοντίνα-Γιούχας, οι οποίοι κατάγονται από την Ουγγαρία, άντλησαν έμπνευση από την παραδοσιακή ουγγρική ενδυμασία, ενώ η Ουίλσον ανέφερε ότι η λαϊκή τέχνη και οι παραδόσεις της χώρας καθόρισαν την αισθητική του «Wicker».

Για μια «πολύ μικρή» χώρα, η Ουγγαρία επιδεικνύει δυναμική δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μέγεθός της, δήλωσε ο Τζάστιν Ρέαρντον. «Δεν περιμένει κανείς, σε μια πολύ μικρή αγορά, να υπάρχει μια τόσο αξιόλογη ομάδα ανθρώπων που να είναι σε θέση να επιτύχει τόσα πολλά».