Κριτική: Είδαμε την παράσταση «Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού»

ta-paidia-enos-katoterou-theou
ΠΕΜΠΤΗ, 02 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026

Από την Σμαρώ Κώτσια, Θεατρολόγο - Κριτικό Θεάτρου.

Ο Μαρκ Μέντοφ (1940-2019), θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, σκηνοθέτης και καθηγητής, γράφει το έργο "Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού", ένα από τα πιο αναγνωρισμένα έργα του το 1979, ως απόρροια της επαφής του με κωφούς φοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Νέου Μεξικού, στο οποίο δίδασκε εκείνη την εποχή. Το έργο κερδίζει τα βραβεία:  Tony (1980) και Laurence Olivier (1981), γνωρίζει διεθνή θεατρική επιτυχία και μεταφέρεται  στον κινηματογράφο το 1986, σε σκηνοθεσία Randa Haines, όπου και εκεί γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Η πορεία  του έργου στην ελληνική θεατρική σκηνή είναι σύντομη. Το 1981 παρουσιάζεται για πρώτη φορά  σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη, με την Έλλη Λαμπέτη ( τελευταία εμφάνισή της στο θέατρο) και τον Λευτέρη Βογιατζή στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, της Σάρα και  του Τζέιμς. Και το  2000 σκηνοθετείται από τον Γιάννη Βούρο, με τον ίδιο και την Πέγκυ Τρικαλιώτη στους  κεντρικούς ρόλους. Φέτος παρουσιάζεται στο θέατρο "Άλφα", μετά από 26 χρόνια, σε διασκευασμένη εκδοχή και σκηνοθεσία του  Δημοσθένη Παπαδόπουλου.

Ο Μαρκ Μέντοφ γράφει το πρώτο και ίσως το μοναδικό έργο στην παγκόσμια δραματουργία στο οποίο πολλοί ρόλοι και η πρωταγωνίστρια είναι κωφοί ήρωες, δίνοντας τη δυνατότητα να ερμηνευτούν από πραγματικά κωφούς ηθοποιούς. Δημιουργεί ένα έργο με απλότητα και αμεσότητα, το οποίο σέβεται τη διαφορετικότητα σχετικά με την ακοή, αναδεικνύει τα προβλήματα των κωφών ατόμων και αντιπαραβάλλει με καθαρότητα τον τρόπο αντιμετώπισής τους από τα ακούοντα άτομα καθώς και το αντίστροφο.

Σε ένα σχολείο κωφών, με μαθητές με ολική ή μερική κώφωση, ο καινούριος καθηγητής λογοθεραπείας,` ο Παύλος (Τζέιμς) προσπαθεί να μεταδόσει φρέσκες ιδέες και ζωντάνια δίνοντας νέα πνοή στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα. Η γνωριμία του με μια πρώην μαθήτρια του σχολείου, εκ γενετής κωφή, η οποία τώρα εργάζεται ως καθαρίστρια, τη Μαρία (Σάρα) εξελίσσεται σε μια δυνατή ερωτική σχέση στην οποία δημιουργούνται εντάσεις και συγκρούσεις γιατί εκείνος προσπαθεί να την εντάξει στον κόσμο των ακουόντων με μια εν δυνάμει ομιλία, ενώ εκείνη δεν αποδέχεται αυτήν την ομιλία ως τρόπο επικοινωνίας και αρνείται να εκφραστεί με ήχους, βυθισμένη σε μια απέραντη σιωπή. Μια σχέση που δοκιμάζεται σε μια διαρκή εναλλαγή ισορροπιών και απαιτεί οριοθέτηση ορίων, απαιτήσεων και προσδοκιών.

Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος προσεγγίζει το έργο με ευαισθησία και  σεβασμό καταθέτοντας μια διασκευασμένη εκδοχή του, με ελληνοποιημένα τα ονόματα των ηρώων  και λιτή δραματουργία. Δημιουργεί μια γειωμένη παράσταση, χωρίς ποτέ να γίνεται μελό και να εκπέμπει διδακτισμό. Με μαεστρία μετατρέπει τη σιωπή σε ενεργό δραματουργικό στοιχείο και επιτυγχάνει να δημιουργήσει μια παράσταση με ποιότητες ψυχολογικού θεάτρου, το οποίο φέρει έντονο κοινωνικό πρόσημο. Ο σκηνοθέτης στήνει την παράσταση μέσα σε έναν γυμνό μαύρο σκηνικό χώρο  με  μαύρους ξύλινους πάγκους και τους ηθοποιούς με απλά μαύρα ρούχα και αθλητικά παπούτσια επιλέγοντας να δώσει την αίσθηση μιας ανοιχτής πρόβας, όπου δοκιμάζονται αισθήματα, συναισθήματα, αντοχές, συγκρούσεις, αντικρουόμενα πιστεύω, αλλά κυρίως  για να ακουστεί ο λόγος και το σημαντικότερο : ο μη λόγος, η εκκωφαντικάή παρουσία της σιωπής και ο τρόπος που μεταπλάθεται μέσω της νοηματικής σε ρέοντα λόγο χωρίς να διασπάται η προσοχή του θεατή από την όψη του σκηνικού και των κοστουμιών. Στο βάθος του σκηνικού χώρου, η χρήση του video wall με τον αέναο παφλασμό των κυμάτων και στο χώρο του σπιτιού, όπου συζούν η Μαρία και ο Παύλος, η μελωδία του μουσικού  θέματος από την όπερα του Μπιζέ "Οι αλιείς των μαργαριταριών" , προσδίδουν μια ανεπαίσθητη ποιητική διάσταση και ταυτόχρονα συνδέουν τη σιωπή του βυθού της θάλασσας και τα μαργαριτάρια που 'κυοφορούνται' στα ερμητικά κλειστά όστρακα με την εμμονική σιωπή της Μαρίας, με τη γαλήνη και την ελευθερία που της προσφέρει η απέραντη θάλασσα καθώς και με τους πολύτιμους θησαυρούς που κρύβει βαθιά μέσα της, αρκεί να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος αλίευσής τους. Επίσης πολύ εύστοχη η προβολή του αποσπάσματος από την ταινία "Καλώς ήλθε το δολλάριο" (1967, σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου) , στο οποίο ο καθηγητής των αγγλικών προσπαθεί να διδάξει αγγλικά  στα κορίτσια του καμπαρέ, το οποίο σχολιάζει υπαινικτικά την προσπάθεια του Παύλου να διδάξει στη Μαρία τον τρόπο ομιλίας των κωφών προσπαθώντας υποσυνείδητα μια ουσιαστική αλλαγή της, οδηγώντας την εγγύτερα στον δικό του κόσμο, τον κόσμο των ακουόντων. Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη διακριτικοί και εύστοχοι αναδεικνύουν τον ψυχισμό των ηρώων.

Έξι ικανότατοι ηθοποιοί υποδύονται τους χαρακτήρες του έργου, οι οποίοι εκτός των υποκριτικών τους προσόντων, επιδεικνύουν ιδιαίτερη άνεση και ευχέρεια στήν ελληνική νοηματική γλώσσα στην οποία έχουν εκπαιδευτεί (διδασκαλία Αρτεμησία Παντελάκη σε συνεργασία με την Άννα Λιάκου). Η Ευσταθία Τσαπαρέλη, στο ρόλο της εκ γενετής κωφής Μαρίας, βυθίζεται στον περίπλοκο κόσμο της ηρωίδας, στην ερμητική σιωπή της, μια μείξη θυμού, εκδίκησης και ελπίδας, με βαθιά ενσυναίσθηση, συναισθηματική φόρτιση και εσωτερικό παλμό και δύναμη. Με εκφραστικότατες συσπάσεις του προσώπου της και εύπλαστες κινήσεις του σώματός της δημιουργεί έναν δίαυλο επικοινωνίας, μια σύνδεση με τον κόσμο των ακουόντων εξωτερικεύοντας τις μεταπτώσεις των αισθημάτων και των συναισθημάτων της. Ο Πάρις Θωμόπουλος πλάθει τον ρόλο του νέου δασκάλου με θέρμη και πειθώ  στηρίζοντας τους μαθητές στους αγώνες τους για μια καλύτερη αντιμετώπιση από τον κόσμο των ακουόντων, εκφράζει με καθαρότητα την εσωτερική του πάλη και δημιουργεί μια δυνατή χημεία με την Ευσταθία Τσαπαρέλη αφήνοντας να ξεχειλίσουν τα αισθήματά του για τη Μαρία και τον τρόπο προσέγγισής της. Ο Μιχάλης Γεωργακόπουλος ως διευθυντής  του σχολείου, η  Άντρια Ράπτη, στο ρόλο της μητέρας της Μαρίας και οι Δημήτρης Δεληγιάννης και Σοφία Σίμου ως μαθητές ερμηνεύουν τους χαρακτήρες του έργου με πειστικότητα.

  Διαβάστε περισσότερα.