Κριτική: Είδαμε την παράσταση «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα»

i-mana-mou-me-petakse-sti-thalassa-mana-mou-me-petakse-sti-thalassa
ΤΕΤΑΡΤΗ, 08 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Από την Σμαρώ Κώτσια, Θεατρολόγο - Κριτικό Θεάτρου.

ΣΕ ΣΥΝ-ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΒΙΛΙΑΣ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΘΕΜΗ ΠΑΝΟΥ

ΣΤΗΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ  260

©-Apostolos-Koutsianikoulis

Η Βίλια Χατζοπούλου είναι ιδρυτικό μέλος του Θεάτρου των Αλλαγών, συγγραφέας, σκηνοθέτις και διδάσκει υποκριτική. Το διήγημά της με τον πρωτότυπο τίτλο «Με το ένα χέρι κρατούσε τον Καραγάτση και με το άλλο το τσιγάρο» ανήκει στη συλλογή διηγημάτων "Ακούω την καρδιά του παίκτη". Αυτό το κείμενο ανέβηκε σε σκηνοθεσία της συγγραφέως και ερμηνεία από τη Λένα Δροσάκη, το 2019. Το ίδιο κείμενο με έναν νέο τίτλο «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα», δέχεται ένα νέο «βάπτισμα» στη θεατρική σκηνή με «νονό» τον Θέμη Πάνου, με τον ίδιο στον ρόλο της δασκάλας και σε σκηνοθεσία του ίδιου και της συγγραφέως. Η παράσταση παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, στην Πειραιώς 260.

©-Apostolos-Koutsianikoulis

Ελλάδα 1950. Μια εικοσάχρονη δασκάλα πρωτοδιορίζεται σε ένα μονοθέσιο δημοτικό σχολείο, σε κάποιο μικρό νησί των Κυκλάδων. Από την ορεινή Κοζάνη, τόπο καταγωγής της, βρίσκεται μόνη σε μια νησιωτική, κλειστή κοινωνία. Εντούτοις η απεραντοσύνη της θάλασσας, το κολύμπι και το περπάτημα αποτελούν μια διέξοδο ελευθερίας για αυτήν. Πιστή στην έννοια του καθήκοντος και του σωστού αντικαθιστά για ένα διάστημα την άρρωστη δασκάλα στο διπλανό νησάκι. Εκεί γνωρίζει τον Στάθη, έναν μεγάλο μαθητή περίπου 17 χρόνων, με μαθησιακές δυσκολίες και προσπαθεί να τον βοηθήσει. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια ανομολόγητη έλξη, στην οποία παίζει καταλυτικό ρόλο ένα βιβλίο. Αυτή η ιδιαίτερη «ερωτική» σχέση βοηθά στη διαμόρφωση και μεταμόρφωση αυτών των δύο προσώπων, ωθώντας σε μια βίαιη και σκληρή ενηλικίωση.

Η Βίλια Χατζοπούλου δίνει το στίγμα της εποχής και γράφει έναν μονόλογο για μια νεαρή γυναίκα, ο οποίος αποπνέει ηθογραφικό ρεαλισμό. Μια πάλλουσα αφήγηση, την οποία διατρέχουν μνήμες, που ξεπηδούν μέσα από  ένα πληγωμένο και σκοτεινό εσωτερικό τοπίο, και ένα βαθύ τραύμα με μια έντονη εξομολογητική εσάνς. Η δασκάλα δεν έχει όνομα. Εκπροσωπεί την κάθε γυναίκα μορφωμένη ή αμόρφωτη, η οποία συνθλίβει τα αισθήματα και τα συναισθήματά της μη έχοντας το σθένος να αντιταχθεί στα κοινωνικά πρέπει και στο ηθικά σωστό εκείνης της εποχής αλλά και κάθε εποχής, που στερεί μια ανάσα ελευθερίας και αυτοδιάθεσης στην κάθε γυναίκα. Η συγγραφέας περιγράφει πολύ υπαινικτικά μια αυστηρή περιρρέουσα κοινωνία (ο παπάς του νησιού, η μάνα της δασκάλας, η μάνα του Στάθη ~και οι γυναίκες του νησιού που ξεματιάζουν τη δασκάλα) η οποία λειτουργεί σαν ένας αρχαίος χορός, ο οποίος σχολιάζει, ασκεί αυστηρό έλεγχο και επεμβαίνει δυναμικά. Επίσης δεν επιλέγει τυχαία η συγγραφέας το βιβλίο του Καραγάτση. Ο Μ. Καραγάτσης έχει ως χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του: το φυσικό τοπίο, την έξαρση του ερωτικού και του σεξουαλικού στοιχείου. Η δασκάλα, μια καλλιεργημένη κοπέλα, γνωρίζει το συγγραφικό έργο του Καραγάτση και βιώνει μια αίσθηση ελευθερίας μέσω αυτού. Δεν είναι τυχαία η επιλογή του βιβλίου «Το χαμένο νησί», το οποίο «ρουφά» στην κυριολεξία ο Στάθης, αποκτώντας έναν πιο εύηχο και καθαρό λόγο, κρατώντας πάντα στο χέρι το τσιγάρο  δηλώνοντας, έτσι, εναν «άνδρα», που αγωνιά, γνωρίζει τα καπρίτσια της φύσης, τα νάζια της θάλασσας και ξέρει να φροντίζει μια γυναίκα αλλά αδύναμο να υπερβεί τα αυστηρά κοινωνικά στεγανά.

©-Apostolos-Koutsianikoulis

Η παράσταση στην κοινή σκηνοθετική προσέγγιση των Θέμη Πάνου και Βίλιας Χατζοπούλου απεικονίζει εύστοχα και κυρίως με υπαινικτικό τρόπο και λόγο την υφέρπουσα ατμόσφαιρα του διηγήματος. Τρεις διαδοχικές μπούκες ιταλικής σκηνής (σκηνικό της Δήμητρας Λιάκουρα) χαρίζουν θεατρικότητα και σηματοδοτούν τα διαδοχικά δωμάτια μνήμης που επισκέπτεται η δασκάλα, αλλά και τα πραγματικά δωμάτια μέσα στα οποία χάνεται η δασκάλα και μετά από λίγο εμφανίζεται ξαφνικά. Μακριές παύσεις, «λαλίστατες» σιωπές, γνώριμοι ήχοι από αντικείμενα που πέφτουν, το τράβηγμα μιας κουρτίνας συνθέτουν μια ατμόσφαιρα σε αναμονή, η οποία όμως εγκλωβίζεται μέσα σε μια διαρκή επαναλήψη και ρουτίνα. Ψιθυριστοί ήχοι παραδοσιακών τραγουδιών, λειτουργούν σαν νανούρισμα στη λαβωμένη ψυχή της δασκάλας, ενδυναμώνοντάς την για το αύριο και συνθέτοντας μια τρυφερή ανάμνηση του τόπου και της εποχής. Ο προσεκτικός σχεδιασμός των ασπρόμαυρων βιντεοπροβολών από τον Αποστόλη Κουτσιανικούλη, εκατέρωθεν της σκηνής, εστιάζει σε λεπτομέρειες (μέρος του φορέματος της δασκάλας, χέρια σταυρωμένα, δάκτυλα στολισμένα με δακτυλίδια, ένα καντήλι, κάποιο θυμιατό....), στον κυματισμό της θάλασσας διαμορφώνοντας εύγλωττα εσωτερικά και εξωτερικά τοπία. Οι φωτισμοί της Στέβης Κουστοθανάση ενισχύουν τη μελαγχολική ατμόσφαιρα του έργου.

©-Apostolos-Koutsianikoulis

Ο Θέμης Πάνου ερμηνεύει το ρόλο της δασκάλας με άψογη υποκριτική δύναμη, δίνοντας μια άλλη διάσταση και πνοή στη σκηνική παρουσία της δασκάλας. Η δωρική ερμηνεία, η τέλεια ισορροπία μεταξύ του ανδρικού και του θηλυκού στοιχείου, οι μετρημένες κινήσεις των χεριών, οι αυστηρές εκφράσεις του προσώπου, οι ελεγχόμενες ανάσες, οι όλο νόημα μισοτελειωμένες φράσεις, η κηπαρισσένια κορμοστασιά, η εναλλαγή της φωνής προφέροντας τον ιδιόμορφο λόγο του Στάθη, η συγκρατημένη συγκίνηση, η συνειδητή εξομολόγηση διαμορφώνουν μια δασκάλα που πατά στα πόδια της, «τρέφεται'»με τις αναμνήσεις και τα τραύματα του παρελθόντος και ατενίζει το μέλλον με δύναμη, θέληση και βαθιές χαρακιές στην ψυχή της. Ο Θέμης Πάνου παρουσιάζει την ηρωίδα του με τη φράση «Είμαι μια δασκάλα», βάζει κραγιόν, «κλείνει το μάτι» στον θεατή για τη συνθήκη  που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του και φορά ένα αυστηρό, μαύρο, μακρύ φόρεμα  με λευκές λεπτομέρειες (της Δήμητρας Λιάκουρα) μπαίνοντας στο «πετσί» του ρόλου και ξεκινά την αφήγηση. Μια φιγούρα λιτή, μια δασκάλα που αναδύεται μέσα από το αιγαιοπελαγίτικο φως δημιουργώντας  μια έντονη αντίθεση, φορώντας ένα ασκητικό, μαύρο κοστούμι σαν κοσμοκαλόγρια. Μια γυναίκα «ενδεδυμένη» εσωτερικά και εξωτερικά με θλίψη για όσα πόθησε και δεν τόλμησε να ζήσει και να γευτεί.