Kριτική: Είδαμε τους «Πέρσες» του Αισχύλου στην Επίδαυρο
Από την Σμαρώ Κώτσια, Θεατρολόγο - Κριτικό Θεάτρου.
Ο Αισχύλος, οκτώ χρόνια μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480π.χ,), στην οποία συμμετείχε ως οπλίτης, παρουσιάζει τους "Πέρσες", στο πλαίσιο των Μεγάλων Διονυσίων το 472π.χ. και κατακτά το πρώτο βραβείο. Πρόκειται για την πρώτη και αρχαιότερη σωζόμενη τραγωδία, η οποία αντλεί το θέμα της από ένα ιστορικό γεγονός. Σε αυτό το έργο ο Αισχύλος εξαίρει με πλάγιο τρόπο την αθηναϊκή δημοκρατία ενάντια στο περσικό απολυταρχικό καθεστώς και τον δεσποτικό επεκτατισμό, καθιστά σαφές ότι η αλαζονεία και η άμετρη φιλοδοξία της εξουσίας τιμωρείται προκαλώντας επώδυνες επιπτώσεις στους λαούς και εστιάζει στη συντριπτική ήττα του περσικού στρατού, στην απώλεια, το βαθύ πένθος και τον απέραντο πόνο του λαού που θρηνεί πατέρες, γιούς, αδέλφια, φίλους και συγγενείς.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης έχει διαμορφώσει μια καθαρά προσωπική σκηνοθετική γραφή, η οποία υπηρετεί ένα πολιτικό θέατρο με σαφείς θέσεις και απόψεις είτε πρόκειται για σύγχρονα έργα ή κλασσικά. Η σκηνοθετική του ματιά περικλείει μια πολυμορφική προσέγγιση με έντονο το στοιχείο της χορικότητας, της έντονης κίνησης, της επιβλητικής μουσικής και την χρήση του κλασικού μικροφώνου στο μέσο της σκηνής. Η σκηνοθετική φαρέτρα του Θεοδωρίδη στην παρθενική του κάθοδο στο Αργολικό θέατρο φέρει όλα αυτά τα στοιχεία στην προσέγγιση του χορού στην τραγωδία του Αισχύλου ααφήνοντας δυστυχώς εκτεθειμένους τους βασικούς ερμηνευτές.

Η συνεργασία του σκηνοθέτη με την Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου και τον Παύλο Σούλη στη δραματουργική επεξεργασία του αρχικού κειμένου διαμορφώνει μια παράσταση με έντονο αντιπολεμικό χαρακτήρα προσδίδοντας μια οικουμενική διάσταση στο έργο ενισχύοντας ή και υπερτονίζοντας τον αντιπολεμικό πυρήνα της τραγωδίας. Αυτό δε επιτυγχάνεται δραματουργικά με τη μετακίνηση, την αντιμετάθεση, τον πολλαπλασιασμό, πρόσθεση ή αφαίρεση στίχων από την ποιητική και μεστή μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά καθώς και με την πρόσθετη χρήση αποσπασματων από σύγχρονα κείμενα ή ποιήματα όπως συμβαίνει στην αγγελική ρήση, κυρίως, δίνουν μια πανανθρώπινη διάσταση των ηττημένων αλλά δεν ενσωματώνονται πλήρως με το τραγικό κείμενο, το οποίο ήδη περιέχει σκληρές σκηνές ολέθρου και καταστροφής.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης δημιουργεί έναν χορό με ισχυρό δραματουργικό χαρακτήρα αλλά με ποικίλες διακυμάνσεις, με τη βοήθεια της βασικής συνεργάτιδάς του και χορογράφου Ξένιας Θεμελή. Αντικαθιστά τον χορό των γερόντων με έναν 17μελή χορό νέων ατόμων, αγόρια και κορίτσια, γυναικόπαιδα με σύγχρονα, απλά, καθημερινά ρούχα και σακίδια στην πλάτη, τα οποία οφείλουν να διαχειριστούν τις συνέπειες της βαριάς και εξευτελιστικής ήττας ανακαλώντας τα χρόνια της ειρήνης και της ευημερίας. Αυτός ο χορός σηματοδοτεί τη σημερινή γενιά που ξεπροβάλλει από τις καταστροφικές συνέπειες του κάθε πολέμου πληρώνοντας το τίμημα των επιλογών της κάθε επηρμένης εξουσίας. Ένας χορός, που, κατά κύριο λόγο, στην αρχή αδρανεί για μεγάλο διάστημα, αναμένοντας τις ειδήσεις, τη νίκη ή μια ενδεχόμενη πανωλεθρία δημιουργώντας μακρόσυρτες σιωπές και αμήχανες παύσεις οι οποίες αναστέλλουν την ροή και τον ρυθμό της παράστασης. Στην επίκληση δε του φαντάσματος του Δαρείου, ο χορός αποσύρεται από την αργολική ορχήστρα, στο βάθος, κοντά σε μια συστάδα δέντρων. Εκεί, την ιερή στιγμή της επίκλησης, επιδίδεται σε μια άναρχη, ξέφρενη κίνηση η οποία στερείται μυστηριακής κατάνυξης, φόβου και δέους σε αντίστιξη με το κορσικάνικο μοιρολόγι, που τη συνοδεύει, ερμηνευμένο πολύ εκφραστικά από τους Σαμψών Φύτρο και Βασίλη Τσαλίκη. Αργότερα, ο χορός σαν να ξυπνά από την αδράνεια και το σοκ της ήττας, ζητά ευθύνες από τον Ξέρξη και του γυρίζει την πλάτη αρνούμενος να θρηνήσει εκτελώντας τις βίαιες προσταγές του. Στον επίλογο, έρχεται η κορύφωση. Μετά την ασφαλή αποχώρηση του βασιλιά κάτω από τις προστατευτικές, μητρικές φτερούγες, ο χορός ξεσπά κλωτσώντας βίαια το χώμα της ορχήστρας, με θυμό και οργή. Μέσα σε έναν κουρνιαχτό σκόνης γίνεται ένα προσκλητήριο νεκρών, σαν μια επιμνημόσυνη δέηση, για τους νεκρούς, για όσους χάθηκαν και χάνονται άδικα τότε, μετά και σήμερα: στη Χιροσίμα, στο Σεράγεβο, στη Δυτική Όχθη, στη Γάζα...Μια δυναμική έκφραση διαμαρτυρίας, η οποία μπορεί και να κυοφορεί τα σπέρματα μιας επερχόμενης επανάστασης. Εδώ, παρουσιάζεται ένας αναγνωρίσιμος Χρήστος Θεοδωρίδης, ο οποίος μεταφέρει το τέλος του πρώτου στασίμου στο φινάλε της παράστασης καταθέτοντας τη δική του σύγχρονη ερμηνεία της τραγωδίας υπηρετώντας πιστά ένα πανανθρώπινο πολιτικό θέατρο.
Δύο είναι τα μεγάλα πλεονεκτήματα της πάραστασης: ο σχεδιασμός του φωτισμού και η μουσική. Η Ιωάννα Αθανασίου και ο Τάσος Παλεορούτας ντύνουν με ποικίλες εναλλαγές των φωτισμών τη γυμνή ορχήστρα δημιουργώντας, κατά κάποιον τρόπο, ένα εντυπωσιακό 'σκηνικό περιτύλιγμα' και υπογραμμίζουν τα τεκταινόμενα της σκηνής. Ο Jeph Vanger συνθέτει ένα θαυμάσιο ηχητικό σύμπαν με σύγχρονα και κλασσικά ακούσματα συνοδεύοντας εντυπωσιακά τη δράση και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της παράστασης.
Το μεγάλο πρόβλημα της παράστασης ήταν οι ερμηνευτές των ρόλων, οι οποίοι παρουσιάζονται άλλοτε χωρίς σαφή σκηνοθετική καθοδήγηση ή όταν υπάρχει αυτή, οδηγεί σε υπερβολικό θυμό και οργή. Η Μαρία Ναυπλιώτου καταθέτει μια άνευρη Άτοσσα, χωρίς εσωτερική δύναμη. Ο Δημήτρης Καταλειφός, ένας έμπειρος και ικανότατος ηθοποιός, στον ρόλο του Δαρείου, σαφώς ακαθοδήγητος, παραπέει μεταξύ Βασιλιά Ληρ «λίγο πριν το τέλος του» και Οιδίποδα επί Κολωνώ, κραδαίνοντας το βασιλικό σκήπτρο ανάμεσα στα μέλη του χορού. Ο Αναστάσιος Ροΐλός, στον ρόλο του Ξέρξη, παραμένει σε μια εξωτερική ερμηνεία, γεμάτη οίληση και έπαρση. Ο δε Σβήγκος Σταύρος πλάθει έναν Αγγελιοφόρο γεμάτο οργή και θυμό, καθόλου ξέπνοο και συντετριμμένο, βροντοφωνάζοντας, σαν ντελάλης, την πανωλεθρία των Περσών στη ξηρά και τη θάλασσα και τα ονόματα των πεσόντων στρατηγών.
Επίσης, τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα παρουσιάζουν κάποιο πρόβλημα. Εκτός από το εντυπωσιακότατο και μεγαλοπρεπές της Άτοσσας και τα κοστούμια του χορού, το κοστούμι του Δαρείου παρέπεμπε σε χρυσοποίκιλτο κιμονό, το αστραφτερό πουκάμισο του Ξέρξη ήταν επιμελημένα ατημέλητα σκισμένο, όσο για τον Αγγελιοφόρο παρουσιάστηκε στα Σούσα με άθικτο κοστούμι, ένα ατσαλάκωτο γιλέκο κουμπωμένο μέχρι τον λαιμό, με σκονισμένα μόνο τα μποτάκια.







