Κριτική: Είδαμε την παράσταση «Άλκηστις» στην Επίδαυρο
Από την Σμαρώ Κώτσια, Θεατρολόγο - Κριτικό Θεάτρου.
Το 438π.χ., την χρυσή εποχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας σε όλους τους τομείς: στην οικονομία, στην πολιτική και στις τέχνες, ο Ευριπίδης παρουσιάζει στο πλαίσιο των Μεγάλων Διονυσίων την τετραλογία: "Κρήσσες", "Αλκμέων δια ψήφου", "Τήλεφον" , "Άλκηστις" και καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση. Η "Άλκηστις" είναι το μοναδικό σωζόμενο έργο της τετραλογίας, το οποίο κατέχει τη θέση σατυρικού δράματος, χωρίς να αποτελεί μια καθαρόαιμη εκπροσώπηση του είδους. Επισης είναι το αρχαιότερο κείμενο του τραγικού ποιητή το οποίο γνωρίζουμε. Σήμερα οι μελετητές την χαρακτηρίζουν ως ιλαροτραγωδία ή τραγικοκωμωδία.
Ο Απόλλων εκτίει χρέη δούλου στο παλάτι του Άδμητου, ποινή που του επέβαλε ο Δίας ως τιμωρία. Επειδή ο Άδμητος φέρθηκε με άψογο τρόπο στον Απόλλωνα, ο τελευταίος θέλησε να του ανταποδώσει την καλοσύνη κάνοντας μια συμφωνία με τον θάνατο. Να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του όταν έρθει εκείνη η ώρα. Το πλήρωμα του χρόνου φθάνει και κανείς δεν δέχεται να πάρει τη θέση του παρά μόνο η γυναίκα του, η Άλκηστη. Και ενώ στο παλάτι βασιλεύει το πένθος για την απώλεια της Βασίλισσας, φθάνει ο Ηρακλής περαστικός πηγαίνοντας προς έναν ακόμη άθλο. Ο Άδμητος, γνωστός για τα φιλόξενα αισθήματά του τον φιλοξενεί με προθυμία αποσιωπώντας το βαρύ πένθος. Όταν ο Ηρακλής πληροφορείται το φρικτό γεγονός από έναν δούλο, σταματά το γλέντι και θέλοντας να ανταποδώσει τη φιλοξενία, παλεύει με τον Χάροντα και επιστρέφει την Άλκηστη από τον Κάτω Κόσμο στον Άδμητο.
Η "Άλκηστις" είναι ένα έργο αλλόκοτο, ανένταχτο, πολύπλοκο, σκοτεινό και ανατρεπτικό. Γιατί στον πυρήνα του κυοφορούνται πολλαπλές αντίρροπες δυνάμεις: το τραγικό με το κωμικό, η ειρωνεία και με την ειλικρίνεια, η ποταπή συμπεριφορά με το ψυχικό μεγαλείο, η ηθική ευθύνη με την ανθρώπινη επιλογή, το φως με το σκοτάδι, η ζωή με τον θάνατο, το γλέντι με τον θρήνο, η ανάσταση με το πένθος, το happy end με μια διφορούμενη ευτυχία.

Ο Δημήτρης Καραντζάς βυθίζεται μέσα στον σκοτεινό πυρήνα του έργου γοητεύεται από αυτές τις δυναμικά αντίρροπες δυνάμεις και διαμορφώνει μια ευρηματική δραματουργική σύλληψη και καταθέτει μια σκηνοθετική πρόταση, όπου αναπόσπαστο κομμάτι αποτελεί η σκηνογραφία και η μουσική σύνθεση. Η ουσιώδης και αποτελεσματικότατη σύμπραξη της εντυπωσιακής σκηνογραφίας, των χθόνιων υπόκωφων μουσικών ήχων και της υποφωτισμένης ατμόσφαιρας με τη σκηνοθετική προσέγγιση συμπυκνώνουν πλήθος συμβολισμών, δημιουργούν ένα σύμπαν μελαγχολικό και αποτυπώνουν μια γήινη οπτική του κόσμου.
Το επικλινές μεταλλικό δάπεδο του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη σαν ανεστραμμένο κόντρα μπάσο εφοδιασμένο με αόρατες χορδές και οπές, σαν μήτρες, που σηματοδοτούν διόδους επαφής του Άνω με τον Κάτω Κόσμο, την ανάδυση και την κατάδυση σε περίπλοκα ψυχικά τοπία, καταλήγει σε απόσταση αναπνοής στην επιβλητική, αγέρωχη και κυρίαρχη παρουσία του Θανάτου, ο οποίος κινεί τις χορδές- νήματα παράγοντας χθόνιους, υποβλητικούς και απειλητικούς ήχους, μεταχειριζόμενος τους θνητούς σαν μαριονέτες. Μια τεράστια μαυροφορεμένη σκοτεινή παρουσία , η οποία παραμένει ατάραχη, ανέκφραστη και ακούνητη σε όλη τη διάρκεια της παράστασης περιμένοντας να παραλάβει το αντίδωροό της, την ψυχή που της ανήκει. Τον σκηνικό χώρο κοσμούν πέντε κατασκευές υποφωτισμένες, που στάζουν νερό, σταγόνα τη σταγόνα, αργά και μεθοδικά σηματοδοτώντας τον χρόνο που κυλά και επαληθεύει τον χρόνο που λιγοστεύει σταδιακά η ζωή της Άλκηστης και ταυτόχρονα το νερό του εξαγνισμού από την οσμή του θανάτου.
Ο Καραντζάς αντικαθιστά τον χορό τών γερόντων του έργου, ο οποίος συμπαρίσταται στον Βασιλιά των Φερών με έναν χορό άνδρών και γυναικών, με σύγχρονα κοστούμια, εκπροσωπώντας μια κοινωνία, η οποία συναινεί και δεν αντιδρά σε αυτήν την άδικη θυσία, μια έμμεση δολοφονία. Σε αυτό το γλιστερό δάπεδο προσπαθεί να ισορροπήσει μια ολόκληρη κοινωνία. Γλιστράει, πέφτει, παραπατάει, σκοντάφτει, σέρνεται, σηκώνεται, αγωνιά σε μια ατέρμονη επανάληψη στο μακρύ ή σύντομο ταξίδι της επιβίωσης και της σθεναρής προσπάθειας να κρατηθεί ο καθένας και η καθεμία στη ζωή. Ο Τάσος Καραχάλιος με φαντασία, έντονη σωματικότητα, μεθοδικές και εύρυθμες κινήσεις οργανώνει κινησιολογικά τον χορό των: Αντώνη Αντωνόπουλο, Ελισσαίο Βλάχο, Δημήτρη Καυκά, Γιώτα Κουιτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Μαρία Μοσχούρη, Ιωάννη Μπάστα, Άγγελο-Προκόπη Νεράντζη, Γιώργο Σκαρλάτο αποτυπώνοντας την αγωνία και την προσπάθεια για επιβίωση και για παράταση της ζωής, έστω και προσωρινά, ενάντια στον αναπόφευκτο θάνατο.
Ο Παναγιώτης Μανουηλίδης δημιουργεί πρωτότυπη καθηλωτική μουσική χωρίς μουσικά όργανα, μόνο με χορδές, ένα δοξάρι, δύο τρομπόνια και ένα μικρό ακορντεόν. Μια μουσική που παίζει καθοριστικό ρόλο στην παράσταση, μετέχοντας στην αφήγηση, υπογραμμίζοντας καταστάσεις και ψυχολογικές εντάσεις, διαμορφώνοντας χθόνια, σκοτεινά και ανατριχιαστικά μουσικά τοπία. Οι φωτισμοί τις Ελίζας Αλεξανδροπούλου κινούνται σε χαμηλούς τόνους 'σμιλεύονας' μια αιωρούμενη μελαγχολική ατμόσφαιρα. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη τονίζουν την προσωπικότητα και ντύνουν ταιριαστά τα δρώντα δραματικά πρόσωπα..
Η Ηρώ Μπέζου, μέσα στο 'ασημίζον' φόρεμά της υποστηρίζει τον σύντομο ρόλο της Άλκηστης με εσωτερική δύναμη, λιτά εκφραστικά μέσα και στιβαρή φωνή. Μια τραγική παρουσία με σκηνικό εκτόπισμα, η οποία διαχειρίζεται με ακρίβεια σιωπές και παύσεις. Ο Γιάννης Νιάρρος, με ένα πολύ απλό παντελόνι και πουκάμισο σε μπλε-μαβί χρώμα, παρουσιάζεται λίγο μπερδεμένος, μονόχορδος, ερμηνεύοντας τον Άδμητο γέρνοντας περισσότερα προς την τραγωδία, χωρίς να αναδεικνύει τον διφορούμενο και ειρωνικό τόνο στον λόγο του Βασιλιά που χάνει την αγαπημένη του γυναίκα. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης με το μαύρο κομψό κοστούμι με τα χρυσά αξεσουάρ, πλάθει πειστικότητα έναν πατέρα αλαζόνα, σκληρό, σοβαρό, απόλυτα, έναν κομψευόμενο ηλικιωμένο άνδρα, ο οποίος λατρεύει τις χαρές της ζωής και δεν διστάζει να μειώσει τον γιό του μιλώντας τη γλώσσα της ψυχρής λογικής. Πολύ δυνατή η σκηνή της σύγκρουσης πατέρα και γιου και από τους δύο ηθοποιούς, Η Δήμητρα Βλαγκοπουλου στον ρολο της υπηρέτριας κινείται με αμεσότητα και σωματικότητα όπως και ο άλλος δούλος του Αινεία Τσαμάτη, τον οποίο ερμηνεύει με στιβαρότητα και καθαρότητα. Ο Ηρακλής εκφράζει τη ζωογόνο πνοή της ζωής, με ένα κατάλευκο κοστούμι και ένα μικρό ακορντεόν στην πλάτη του, αντί της συνηθισμένης λεοντής. Ο Γιώργος Ζυγούρης υποδύεται έναν Ηρακλή πραγματικό γλεντοκόπο, μέθυσο χωρίς όμως παρεκτροπές, καλοφαγά, ευμετάβλητο, με θαυμάσια εκφορά του λόγου, ένα λαμπερό πρόσωπο που σκορπά φωτεινές ανάσες χαράς και ζωής στη διάχυτη μελαγχολική ατμόσφαιρα της παράστασης. Όταν δε επιστρέφει μετά την αναμέτρησή του "στα μαρμαρένια αλώνια" με τον Χάροντα δεν έχει ούτε λεοντή , ούτε ακορντεόν, παρά έχει ριγμένη τη νεκρανεστημένη, σαν σφαχτάρι, στον ώμο του. Ο Κώστας Νικούλι με το γαλάζιο αέρινο κοστούμι του και το δοξάρι ενσαρκώνει με ειλικρίνεια τον Θεό Απόλλωνα, ισορροπώντας με ακρίβεια μεταξύ απλότητας και μεγαλείου. Απλώς χρειάζεται λίγη περισσότερη προσοχή η άρθρωσή του. Η δε Θεοδώρα Τζήμου ένθρονη, κυρίαρχη μέσα στο κατάμαυρο ταφταδένιο κοστούμι της με την τεράστια φούστα να καλύπτει ένα μεγάλο μέρος της Επιδαύριας ορχήστρας δημιουργεί έναν καταχθόνιο, απειλητικό και άτεγκτο Θάνατο.







