Κριτική: Είδαμε την παράσταση 1961 στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου
KAROL JAREK (c) Από την Σμαρώ Κώτσια, Θεατρολόγο - Κριτικό Θεάτρου.
Ένας ψυχίατρος και συγγραφέας, ο Γιάννης Αστερής, ένας συνθέτης, ο Κορνήλιος Σελαμσής, και ένας σκηνοθέτης και ηθοποιός, ο Χάρης Φραγκούλης, μια ισχυρή Τριανδρία, ενώνουν τις δυνάμεις τους, ο καθένας από το δικό του μετερίζι και δημιουργούν μια πρωτότυπη μουσική παράσταση, (μια ηχητική εκδρομή στα ερείπια του παρόντος, όπως την χαρακτηρίζουν) για τη γυναίκα, τον έρωτα , τις αναμνήσεις, για μια εποχή που παρήλθε ανεπιστρεπτί.
Ο Γιάννης Αστερής γράφει, για τη δεκαετία του '60, 1961, 1962.......ένα κείμενο άναρχο, αινιγματικό, χωρίς συμβατική αφηγηματική λογική, σε πολλαπλά αφηγηματικά επίπεδα, πλημμυρισμένο με ένα στρόβιλο εικόνων, ψευδαισθήσεων, διαφορετικών εκδοχών και πιθανοτήτων, το οποίο, ωστόσο, διαθέτει έναν βασικό πυλώνα: τον παθιασμένο έρωτα - με άγνωστη κατάληξη - της Αριστέας και του Ρικάρντο Φιόρε, τα μάτια του οποίου μοιάζουν με τα 'κάστανα της Τοσκάνης'. Ένα κείμενο ποιητικό, αφαιρετικό, πολύμορφο, ασαφές, γεμάτο γλυκιά μελαγχολία, με τα περισσότερα να υπονοούνται και ακόμα περισσότερα να αφήνονται στη φαντασία του θεατή. Αυτό το αφηγηματικό σώμα ντύνει μουσικά, με μια ευφάνταστη συνύπαρξη διαφόρων μουσικών ειδών ο Κορνήλιος Σελαμσής μετουσιώνοντάς το σε λιμπρέτο. Ο δε Χάρης Φραγκούλης με τη σκηνοθετική του μπαγκέτα δίνει σκηνική υπόσταση στο όλο εγχείρημα, δημιουργώντας μια γοητευτική παράσταση, η οποία σε παρασύρει περισσότερα να αισθανθείς παρά να κατανοήσεις.
Η μορφή του κειμένου και όλη η ατμόσφαιρα της παράστασης ανακαλεί μνήμες, εικόνες και σκηνές από ταινίες της nouvelle vague του γαλλικού κινηματογράφου ("Πέρυσι στο Μάριενμπαντ", Αλέν Ρενέ, 1961, ή ......ή "Ο τρελός Πιερρό", Ζακ-Λυκ Γκοντάρ, 1965, ή .......) του πιο σπουδαίου, διάσημου και επιδραστικού κινήματος στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι η εποχή που γεννιέται ο auteur. Και ενδεχομένως να διαπράττω αυθαιρεσία ή ακόμη και ιεροσυλία, λέγοντας ότι ο Χάρης Φραγκούλης μεταμορφώνεται σε έναν 'auteur' του θεάτρου με αυτή τη σκηνοθετική προσέγγιση. Διεισδύει στο καλειδοσκοπικό σύμπαν του λιμπρέτου, ανασκαλεύει τη μνήμη, εμπνέεται από τη μαγική δύναμη της μουσικής, η οποία λειτουργεί οργανικά μέσα στην αφήγηση και διαμορφώνει συναρπσστικές εικόνες και ατμόσφαιρες. Ο Φραγκούλης δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια: όπως όταν αλλάζουν παπούτσια οι ηθοποιοί καθώς 'μπαιίνουν' σε άλλους ρόλους. Τα απλά αθλητικά γίνονται χρυσά ψηλοτάκουνα πέδιλα για το πρόσωπο που αφηγείται (Μαρία Σκουλά) και λευκές ψηλές μπότες για την ίδια σε νεαρή ηλικία (Μαρία Αρζόγλου). Επίσης χρησιμοποιεί τεχνικά ευρήματα , όπως ο καπνός που δημιουργεί ένα σύννεφο, το οποίο με το βραδινό καλοκαιρινό αεράκι σχηματίζει εντυπωσιακα σχήματα. Έχω δε την υποψία ότι με ένα ευνοϊκότερο αεράκι, αυτό το τεχνιτό σύννεφο θα μεταμορφώνονταν σε έναν φαντασμαγορικό θόλο πάνω από την ορχήστρα της Μικρής Επιδαύρου.
Έξι γυναίκες μουσικοί με υπέροχες τουαλέτες της δεκαετίας του '60, σε μια πανδαισία χρωμάτων (κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη) κυριαρχούν στο χώρο με μοναδική ανδρική παρουσία τον μαέστρο, Κορνήλιο Σελαμσή, με κοντομάνικο πουκάμισο και παντελόνι με τιράντες, καθισμένο κάπως απόμακρα, πλάτη στο κοινό και βέβαια το όνομα του Ρικάρντο Φιόρε να πλανάται χωρίς να εμφανίζεται ποτέ. Μόνο για λίγο ο μαέστρος εισχωρεί στο χώρο της ορχήστρας φωνάζοντας "Δεσποινίς, Δεσποινίς" σηματοδοτώντας την εποχή που η γυναίκα εισβάλλει δυναμικά στην αγορά εργασίας μορφωμένη και διεκδικητική, όπως και στο χώρο των Καλλιστείων προβάλλοντας την ομορφιά σαν διαβατήριο για μια πιο ανεξάρτητη και επιτυχημένη ζωή. Ένα σύνολο νεαρών κοριτσιών φέρνουν δροσιά, φρεσκάδα και ζωντάνια με το τραγούδι τους, τις ζωηρές κινήσεις τους, την πασαρέλα με μαγιό, φωτίζοντας μέσα στο σκοτάδι τα πρόσωπά τους με φακούς (μαγική εικόνα) και ανεβοκατεβαίνοντας τις κερκίδες του θεάτρου κάθε φορά με άλλα ρούχα. Και τελικά δημιουργούν με ξύλο, σύρματα και γύψινα στοιχεία μια κατασκευή, μια σύνθεση, η οποία πλαισιώνει τη Γυναίκα ως σύμβολο μιας εποχής, σαν ένα τοτέμ άξιο θαυμασμού.
Η Μαρία Σκουλά με το σκηνικό της ταμπεραμέντο και με μια πάλλουσα ευαισθησία φορώντας ένα μαύρο, μίνι εφαρμοστό φόρεμα με τιράντες και η Μαρία Αρζόγλου με απλότητα και αθωότητα μέσα στο ουρανί εβαζέ φόρεμά της ερμηνεύουν την ηρωίδα σε δύο διαφορετικές ηλικίες. Ο Κώστας Λαμπρίδης και η Ελένη Παπαναστασίου διαμορφώνουν τα δύο επίπεδα της διευρυμένης ορχήστρας της Μικρής Επιδαύρου με καλαίσθητο τρόπο τοποθετώντας τα μουσικά όργανα διάσπαρτα και στα δύο επίπεδα, τα οποία μας τα αποκαλύπτουν σταδιακά και με παιχνιδιάρικο τρόπο οι φωτισμοί του Στέφανου Δρουσιώτη.
Και εμείς οι θεατές, ως του '60 εκδρομείς, όπως λέει ο αλησμόνητος τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος, περιπλανηθήκαμε σε "Μια ηχητική εκδρομή του 1961" και χαθήκαμε σε τόπους, τοπία, ερείπια, αισθήματα και συναισθήματα, όπου σβήνουν, μέσα σε βαθιά μελαγχολία, όλες οι ψευδαισθήσεις και τα όνειρα μιας εποχής. Και όπως δηλώνει ο εμπνευστής του όλου εγχειρήματος, Κορνήλιος Σελαμσής: "Αυτό που μας μένει από το 1960, 1961, το 1932 ή το 1910 ή το 2033 είναι μια ύλη, πολύ λεπτή, αδιευκρίνιστη. Είναι μια μορφή θολή κι ένας μύθος ή καλύτερα η αφήγηση για έναν μύθο"....... Όπως θα γίνει μετά πολλά-πολλά χρόνια για το 2026, το .......







