Πόσο καλό μας κάνει το τσίπουρο και το ούζο;

tsipouro-ouzo
ΤΕΤΑΡΤΗ, 21 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026

Με αφορμή την πρόσφατη έκθεση «Θεσσαλικά Αποστάγματα» στο κέντρο της Αθήνας, το τσίπουρο και το ούζο ξαναβρίσκουν τη θέση τους όχι μόνο στο ποτήρι μας, αλλά και στην ιστορία της υγείας.

Πριν λίγες ημέρες, η Θεσσαλία γιόρτασε την παράδοση των αποσταγμάτων της μέσα από μια μοναδική έκθεση που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο κέντρο της Αθήνας. Η έκθεση, με τίτλο «Θεσσαλικά Αποστάγματα», ανέδειξε όχι μόνο την ποιότητα και τη γεωγραφική ταυτότητα του τσίπουρου και του ούζου, αλλά και τη βαθιά τους σχέση με την υγεία και την πολιτιστική κουλτούρα της περιοχής.

Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης με θέμα «Αποστάγματα & Υγεία. Η Θεσσαλική Τέχνη, η Παράδοση και τα Οφέλη τους», που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα εκδηλώσεων του Public στο Σύνταγμα και λειτούργησε ως προπομπός της έκθεσης «Θεσσαλικά αποστάγματα» στο Μετρό Συντάγματος, ο κ. Δημήτρης Κουρέτας επέλεξε να μιλήσει στο κοινό περισσότερο με την ιδιότητα του Καθηγητή και λιγότερο του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας. Ανέδειξε τα αποστάγματα της Περιφέρειας φωτίζοντας, εκτός από την ποιότητα και την γεωγραφική τους ταυτότητα, τη διαχρονική σύνδεσή τους με την υγεία, ενώ παράλληλα τα παρουσίασε στο πλαίσιο της διατροφικής πολιτιστικής κουλτούρας της Θεσσαλίας, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή: από τον Διοσκουρίδη, τον 1ο αιώνα μ.Χ., που χρησιμοποιούσε φυτικά εκχυλίσματα σε οινόπνευμα ως φάρμακα, μέχρι τα σύγχρονα αποστάγματα.

Σύμφωνα με την ανάλυσή του, τα αποστάγματα από διάφορα φυτά ήταν για πάρα πολλούς αιώνες ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία που είχε ο άνθρωπος για την υγεία του. Τα φάρμακα με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα άρχισαν να γίνονται ευρέως γνωστά τα τελευταία 60 με 70 χρόνια. Παλιότερα, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα αυτά που χρησιμοποιούνταν ως φάρμακα ήταν συνταγές που φτιάχνανε οι φαρμακοποιοί από φυτά και διάφορα υγρά τα οποία και αναμειγνύανε. Οι πρώτες πληροφορίες που έχουμε για αποστάγματα, όχι με τη σημερινή τους μορφή αλλά με την ευρύτερη έννοια, είναι από τον Διοσκουρίδη που έδρασε τον 1ο αιώνα μ.Χ. στην Κιλικία και θεωρείται ιστορικά ο πιο μεγάλος φαρμακολόγος μέχρι και σήμερα. Ο Διοσκουρίδης είχε ανακαλύψει τα βασικά φαρμακευτικά φυτά της εποχής εκείνης, τα οποία τα εκχύλιζε με οινόπνευμα ή λάδι, ακόμη και με νερό, κατασκευάζοντας τα φάρμακα της εποχής που χρησιμοποιούνταν για την αντιμετώπιση διάφορων παθήσεων. Το σύνολο αυτής της εργασίας του αναφέρεται στο έργο «Περὶ ὕλης ἰατρικῆς», που θεωρείται το πιο σημαντικό σύγγραμμα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Από το “De Materia Medica” υπάρχουν μόνο δύο αντίγραφα, το ένα στη Βιβλιοθήκη της Βιέννης και το δεύτερο στη Βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος. Ο Διοσκουρίδης είναι αυτός που ανέπτυξε τους φαρμακευτικούς οίνους, την προσθήκη δηλαδή φυτών σε κρασί, οι οποίοι εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να θεωρούνται φαρμακευτικοί και θεραπευτικοί οίνοι. Οι οίνοι αυτοί θεωρούνται, με την ευρεία έννοια αποστάγματα. Αργότερα, τα πραγματικά αποστάγματα -με τη σημερινή έννοια του όρου- αναπτύχθηκαν από τους Άραβες κατά τον 7ο-8ο αιώνα μ.Χ. και προορίζονται σχεδόν για όλες τις παθήσεις με τις οποίες βρισκόταν αντιμέτωπος ο άνθρωπος, ενώ προέρχονταν από διάφορα φυτά.

«Δεν είναι γνωστό στο ευρύ κοινό ότι υπάρχουν αποστάγματα, όπως το ούζο ή το τσίπουρο με γλυκάνισο, τα οποία είναι θεραπευτικά. Συνήθως τα θεωρούμε ως προϊόντα αδρανή, τα οποία καταναλώνουμε ως αλκοολούχα ποτά για λόγους ευφορίας» σχολίασε ο κ. Κουρέτας. «Ωστόσο, υπάρχουν σε αυτά συστατικά όπως ο αστεροειδής γλυκάνισος που αποτελεί την κύρια πηγή της χημικής ένωσης του σικιμικού οξέος, τον βασικό πρόδρομο στη φαρμακευτική σύνθεση του αντιγριπικού φαρμάκου Tamiflu. Υπάρχουν πληροφορίες και πολύ μεγάλη βιβλιογραφία για τη θεραπευτική επίδραση αποσταγμάτων όπως το ούζο ή το τσίπουρο με γλυκάνισο, όταν βέβαια καταναλώνονται με φειδώ. Σήμερα σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν κάποια φαρμακευτική αγωγή». ​

Στη συνέχεια, ο κ. Κουρέτας εστίασε στην παράδοση, την πολιτιστική μας κουλτούρα και τα οφέλη που συχνά δεν συνειδητοποιούμε λέγοντας χαρακτηριστικά: «Τα αποστάγματα στις κοινωνίες είναι παράλληλα ένα μέρος της διατροφικής τους κουλτούρας. Πίνονται σε μικρές ποσότητες, σιγά σιγά, με παρέα. Οπότε μιλάμε για συγκεκριμένη μορφή κοινωνικοποίησης που σχετίζεται με τη γαστρονομική κουλτούρα της κάθε περιοχής. Υπάρχουν και σε άλλες περιοχές αντίστοιχης γαστρονομικής κουλτούρας αποστάγματα… στην Κρήτη έχουν την τσικουδιά, στην Ιαπωνία έχουν το σάκε. Τα κοινά στοιχεία είναι οι μικρές ποσότητες, η παρέα και ότι πάντα συνοδεύονται από μεζέδες, φαγητό σε μικρές ποσότητες. Όταν πίνει κανείς τσίπουρο, δεν τρώει αλλά σιγοπίνει τσιμπολογώντας και αυτό του δίνει το περιθώριο να κοινωνικοποιηθεί. Η σχέση των αποσταγμάτων με τη συνολικότερη στάση ζωής ενός ανθρώπου έχει πολύ μεγάλη αξία. Στην Ελλάδα, και στον Νότο γενικότερα, που έχουμε τέτοιου είδους διατροφικές και κοινωνικές συμπεριφορές τα αποστάγματα αποκτούν ιδιαίτερη αξία. Για αυτό θα πρέπει να τα καταγράφουμε, να τα διατηρήσουμε, να τα συντηρούμε σαν συνήθεια και σαν γνώση».

Τελικά πόσο καλό μπορεί να μας κάνουν τα αποστάγματα;
Ακούμε συχνά ότι τα αποστάγματα έχουν «θεραπευτικές ιδιότητες» και ότι οι «παλιοί» κάτι ήξεραν παραπάνω που τα χρησιμοποιούσαν για διάφορους λόγους στην καθημερινότητα. Σύμφωνα με την επιστήμη και την παράδοση:

Φυτικά συστατικά με ήπιες δράσεις: Ο γλυκάνισος περιέχει ενώσεις που μπορεί να έχουν ήπια αντιφλεγμονώδη δράση και να υποστηρίζουν την πεπτική λειτουργία.

Σύνδεση με ψυχική ευεξία: Η κατανάλωση σε μικρές ποσότητες, σε κοινωνικό πλαίσιο, ενισχύει την αίσθηση χαλάρωσης και ευφορίας, κάτι που έχει έμμεσο όφελος για την υγεία.

Παραδοσιακές χρήσεις: Στην ελληνική παράδοση, τα αποστάγματα χρησιμοποιούνταν για εντριβές, ανακούφιση από πονόδοντο ή κρυολογήματα – πρακτικές που έδωσαν γνώσεις για τα φυτικά τους συστατικά.

Μέτρο και φειδώ: Τα αποστάγματα δεν υποκαθιστούν φάρμακα. Τα οφέλη τους εμφανίζονται μόνο όταν καταναλώνονται υπεύθυνα, σε μικρές ποσότητες.

Συνολικά, το τσίπουρο και το ούζο δεν είναι μόνο απόλαυση για τον ουρανίσκο, αλλά και κομμάτι της πολιτιστικής και διατροφικής μας κληρονομιάς, με ήπιες ευεργετικές ιδιότητες όταν καταναλώνονται σωστά.