Τι συμβαίνει με το βούτυρο και τα γαλακτοκομικά στις ΗΠΑ; Οι νέες διατροφικές οδηγίες που ξεσήκωσαν την επιστημονική κοινότητα
Οι τελευταίες Διατροφικές Οδηγίες των ΗΠΑ 2025‑2030 έφεραν ανατροπές: τα πλήρη λιπαρά γαλακτοκομικά και το βούτυρο εμφανίζονται στην πρώτη γραμμή της διατροφικής πυραμίδας, προκαλώντας συζητήσεις για την ασφάλεια των κορεσμένων λιπαρών και αναζωπυρώνοντας τη διαμάχη ανάμεσα στην πολιτική και την επιστήμη.
Μεγαλώσαμε με… βούτυρο στο ψωμί μας, ωστόσο, στα ενήλικα χρόνια βγήκε σιγά-σιγά από την κουζίνα μας, ως ένα προϊόν που ταυτίστηκε με πολλά λιπαρά και αύξηση της χοληστερίνης. Με την τελευταία αναθεώρηση της διατροφικής πυραμίδας από το Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (HHS) και το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ (USDA) στο πλαίσιο των Διατροφικών Οδηγιών για την περίοδο 2025‑2030, ωστόσο, προωθούνται τα πλήρη λιπαρά γαλακτοκομικά και τα ζωικά λίπη ως αποδεκτές επιλογές, παρά την επιστημονική θέση οργανισμών, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) και η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια Τροφίμων (EFSA), που εξακολουθούν να συστήνουν περιορισμό των κορεσμένων λιπαρών στην καθημερινή διατροφή. Η νέα ανεστραμμένη πυραμίδα προωθεί την κατανάλωση «πραγματικών τροφίμων» και περιορίζει τα υπερ-επεξεργασμένα προϊόντα, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί όριο στο 10% των θερμίδων από κορεσμένα λιπαρά. Η αντίφαση αυτή έχει δημιουργήσει αμφιλεγόμενα μηνύματα για τους καταναλωτές και τους επαγγελματίες υγείας, ενώ ορισμένες οργανώσεις υποστηρίζουν ότι οι νέες οδηγίες υπονομεύουν τα χρόνια δεδομένα για τα κορεσμένα λιπαρά και άλλοι ειδικοί τονίζουν την ανάγκη να προσαρμοστεί η δημόσια πολιτική σε πιο σύγχρονες διαιτητικές συνήθειες, με έμφαση σε πλήρη τρόφιμα και πρωτεΐνη υψηλής ποιότητας.
Μήπως τρώτε την πρωτεΐνη σας τη λάθος ώρα;Δείτε ακόμα
[CREDITS]
Παρά την έμφαση στα πλήρη γαλακτοκομικά, η καθημερινή κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων βουτύρου ή πλήρους γάλακτος μπορεί εύκολα να ξεπεράσει το ασφαλές όριο κορεσμένων λιπαρών, που οι διεθνείς οργανισμοί συνιστούν να μην υπερβαίνει το 10% των συνολικών θερμίδων. Ωστόσο, η μέτρια κατανάλωση -για παράδειγμα, ένα ποτήρι πλήρες γάλα και 1-2 φέτες τυρί την ημέρα- δεν φαίνεται να συνδέεται άμεσα με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Αυτό υπογραμμίζει τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στα λιπαρά και την υγεία, η οποία εξαρτάται από το συνολικό διατροφικό πλαίσιο και τη συνδυαστική πρόσληψη φυτικών τροφίμων.
Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι η αντικατάσταση βουτύρου με έλαια πλούσια σε ακόρεστα λιπαρά μειώνει την LDL χοληστερόλη, ενώ η μέτρια κατανάλωση πλήρους γάλακτος ή γιαουρτιού δεν αυξάνει σημαντικά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Τα πλήρη γαλακτοκομικά παρέχουν επίσης πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας, ασβέστιο και βιταμίνες όπως η Β12, που συνδέονται με διατήρηση μυϊκής μάζας και οστικής υγείας. Η σύσταση είναι σαφής: τα πλήρη γαλακτοκομικά μπορούν να ενταχθούν στη διατροφή, αλλά η προσοχή στην ποσότητα, η ισορροπία με φυτικά τρόφιμα πλούσια σε ίνες και η επιλογή συνοδευτικών χαμηλών σε επεξεργασμένα λιπαρά παραμένει απαραίτητη.

Η κατανόηση των μηχανισμών των λιπαρών δείχνει ότι τα κορεσμένα λιπαρά αυξάνουν την LDL («κακή») χοληστερόλη, ενώ τα ακόρεστα λιπαρά -όπως αυτά του ελαιολάδου, του αβοκάντο ή των ξηρών καρπών- μπορούν να βελτιώσουν το λιπιδαιμικό προφίλ και να μειώσουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Συνδυάζοντας λοιπόν μέτρια πλήρη γαλακτοκομικά με φυτικά τρόφιμα και καλής ποιότητας πρωτεΐνη, η διατροφή παραμένει ισορροπημένη και πιο ρεαλιστική για καθημερινή εφαρμογή.
Οι οδηγίες των ΗΠΑ, λοιπόν, φέρνουν το βούτυρο και τα πλήρη γαλακτοκομικά στο προσκήνιο, αλλά οι περιορισμοί στα κορεσμένα λιπαρά και η αμφιλεγόμενη επιστημονική τεκμηρίωση απαιτούν προσεκτική, μετρημένη προσέγγιση στη διατροφή. Η συζήτηση για το πόσο «ασφαλή» είναι αυτά τα τρόφιμα συνεχίζεται και δεν δίνει εύκολες απαντήσεις.
Πηγές
-https://www.cambridge.org/core/journals/british-journal-of-nutrition/article/effect-of-dairy-foods-on-chd-a-systematic-review-of-prospective-cohort-studies/E1AA7EF9FEE5B5258104B7169205833B
-https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/40088974/
-https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/2174214/







