Πώς μας καθορίζει η σχέση με τη μητέρα μας: Από τον εγκέφαλο μέχρι το ανοσοποιητικό
Αυτός ο πρώιμος δεσμός και ίσως ο πιο ισχυρός απ' όλους, δεν επηρεάζει μόνο το πώς αγαπάμε ή σχετιζόμαστε, αλλά και το πώς λειτουργεί το ανοσοποιητικό μας σύστημα δεκαετίες αργότερα.
Για πολλά χρόνια, η σχέση μητέρας-παιδιού αντιμετωπιζόταν κυρίως ως ένα συναισθηματικό ή κοινωνικό θέμα, κάτι που επηρεάζει τον χαρακτήρα, την προσωπικότητα ή τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους. Σήμερα όμως, η επιστήμη δείχνει κάτι πολύ πιο σύνθετο: αυτή η σχέση έχει άμεσο αποτύπωμα στη βιολογία μας, χωρίς να σημαίνει ότι δεν παίζουν ρόλο και άλλοι παράγοντες και σχέσεις, από τον πατέρα μέχρι το σχολείο και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Από τη λειτουργία του εγκεφάλου μέχρι την αντίδραση στο στρες και την άμυνα του οργανισμού, οι πρώιμες εμπειρίες με τη μητέρα φαίνεται να επηρεάζουν βαθιά τη ρύθμιση βασικών συστημάτων του σώματος, διαμορφώνοντας τάσεις στον τρόπο που αυτά αντιδρούν στο στρες και στην ασφάλεια. Και αυτό δεν αφορά μόνο ακραίες περιπτώσεις παραμέλησης ή τραύματος, αλλά το φάσμα της καθημερινής φροντίδας, της συνέπειας, της διαθεσιμότητας. Με άλλα λόγια, ο τρόπος που αγαπηθήκαμε -ή δεν αγαπηθήκαμε- δεν μένει στο παρελθόν. Συνεχίζει να λειτουργεί μέσα μας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει βιολογικό «προγραμματισμό», αλλά αυξημένες ή μειωμένες πιθανότητες συγκεκριμένων μοτίβων λειτουργίας. 5 πράγματα που θα οφείλουμε για πάντα στις μαμάδες μας
Δείτε ακόμα
[CREDITS]
Η θεωρία του δεσμού (attachment theory) περιγράφει κάτι πολύ πιο βαθύ από μια συναισθηματική σύνδεση: προτείνει ότι οι πρώτες εμπειρίες με τη μητέρα δημιουργούν εσωτερικά «μοντέλα» για το πώς λειτουργούν οι σχέσεις. Αυτά τα μοντέλα δεν μένουν στη σκέψη, αλλά ενσωματώνονται στον τρόπο που το σώμα αντιδρά στο στρες. Όπως δείχνουν ερευνητικά δεδομένα δημοσιευμένα στο Psychoneuroendocrinology, οι πρώιμες σχέσεις με φροντιστές διαμορφώνουν σταθερά μοτίβα αντίδρασης που συνεχίζουν και στην ενήλικη ζωή, επηρεάζοντας τόσο τη συμπεριφορά όσο και τα βιολογικά συστήματα που σχετίζονται με την απειλή και την ασφάλεια . Με απλά λόγια: δεν θυμόμαστε απλώς τη σχέση -την «κουβαλάμε» στο νευρικό μας σύστημα.
Πώς «χτίζεται» ο εγκέφαλος μέσα από τη φροντίδα
Τα πρώτα χρόνια ζωής είναι περίοδος έντονης νευροπλαστικότητας. Ο εγκέφαλος διαμορφώνεται μέσα από την επαναλαμβανόμενη εμπειρία: ανταπόκριση, επαφή, φροντίδα, ή την απουσία τους. Όταν ένα παιδί βιώνει συνέπεια και ασφάλεια, αναπτύσσει καλύτερη ικανότητα ρύθμισης συναισθημάτων και στρες. Όταν όμως η φροντίδα είναι απρόβλεπτη ή ανεπαρκής, παρατηρείται συχνά αυξημένη ευαισθησία του συστήματος στρες και μεγαλύτερη ετοιμότητα ενεργοποίησης, όπως έχει φανεί σε πληθυσμιακές μελέτες. Αυτή η πρώιμη «ρύθμιση» δεν είναι ψυχολογική λεπτομέρεια -είναι η βάση για το πώς θα λειτουργεί ο οργανισμός σε όλη τη ζωή.
Το στρες περνάει από τη σχέση στο σώμα
Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που συνδέουν τη σχέση μητέρας-παιδιού με την υγεία είναι ο άξονας στρες (HPA axis), που ρυθμίζει την παραγωγή κορτιζόλης. Μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με ανασφαλή μοτίβα προσκόλλησης έχουν σε αρκετές μελέτες διαφορετικά μοτίβα αντίδρασης κορτιζόλης σε στρεσογόνες καταστάσεις, που σημαίνει ότι το σώμα τους ενεργοποιείται πιο έντονα στο στρες, δυσκολεύεται να επανέλθει ή παραμένει περισσότερο σε κατάσταση «συναγερμού». Και αυτό δεν είναι κάτι στιγμιαίο, είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται. Ωστόσο, οι αποκρίσεις αυτές παρουσιάζουν σημαντική διακύμανση μεταξύ ατόμων και επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες πέρα από το είδος του δεσμού.

Εδώ γίνεται το πιο ενδιαφέρον και ίσως το πιο απρόσμενο. Ορισμένες έρευνες έχουν βρει συσχετίσεις μεταξύ ανασφαλούς προσκόλλησης, διαφορετικών προφίλ κορτιζόλης και μεταβολών σε δείκτες του ανοσοποιητικού, όπως τα Τ-λεμφοκύτταρα. Η κορτιζόλη, όταν είναι χρόνια αυξημένη, μπορεί να απορρυθμίσει την ανοσολογική απόκριση, που σημαίνει μεγαλύτερη ευαλωτότητα σε λοιμώξεις, πιο αργή ανάρρωση και γενικά μειωμένη ανθεκτικότητα του οργανισμού.
Σύμφωνα με την ψυχο-νευρο-ανοσολογία, οι σχέσεις -και ειδικά οι πρώιμες- αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Με άλλα λόγια, η αγάπη (ή η έλλειψή της) δεν είναι αφηρημένη έννοια -έχει μετρήσιμες βιολογικές συνέπειες, ωστόσο, τα ευρήματα αυτά δεν είναι πλήρως σταθερά σε όλες τις μελέτες και επηρεάζονται από παράγοντες όπως το χρόνιο στρες, η ψυχική υγεία και ο τρόπος ζωής.
Τα «μοτίβα» που συνεχίζονται
Η σχέση με τη μητέρα δεν τελειώνει στην παιδική ηλικία, αλλά μεταφέρεται στις ενήλικες σχέσεις, επηρεάζοντας το πώς εμπιστευόμαστε, φοβόμαστε την απόρριψη, διαχειριζόμαστε την εγγύτητα. Αυτά τα μοτίβα, που ξεκινούν ως τρόποι επιβίωσης, συχνά συνεχίζουν να λειτουργούν αυτόματα. Και επειδή συνδέονται με το σύστημα στρες, επηρεάζουν όχι μόνο τη συναισθηματική αλλά και τη σωματική μας κατάσταση.
Τίποτα δεν είναι απόλυτο
Το γεγονός ότι η πρώτη σχέση είναι τόσο ισχυρή δεν σημαίνει ότι είναι και αμετάβλητη. Η πλαστικότητα του εγκεφάλου και των συστημάτων στρες παραμένει ενεργή σε όλη τη διάρκεια της ζωής, επιτρέποντας την τροποποίηση αυτών των μοτίβων μέσα από νέες εμπειρίες και σχέσεις αργότερα στη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη κι αν η αρχή δεν ήταν ιδανική, το σύστημα μπορεί να επαναρυθμιστεί, ίσως όχι εύκολα, αλλά ουσιαστικά.

Η σχέση με τη μητέρα δεν είναι μόνο μια ιστορία που θυμόμαστε. Είναι ένας μηχανισμός που διαμόρφωσε τον τρόπο που λειτουργούμε, ψυχικά και σωματικά. Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό: η κατανόηση αυτής της σχέσης δεν είναι απλώς μια συναισθηματική αναδρομή, είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά εργαλεία που έχουμε για να καταλάβουμε την υγεία μας. Και ίσως αυτός να είναι και ο πιο ειλικρινής τρόπος να σταθούμε απέναντι στην ημέρα της μητέρας που πλησιάζει: όχι μόνο ως μια γιορτή ή μια ανάμνηση, αλλά ως μια υπενθύμιση του πόσο βαθιά γράφεται αυτή η πρώτη σχέση μέσα μας και του πόσο μας συνοδεύει, σε όλη τη ζωή.
Πηγές
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3114075/
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC4192659/
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3816388/
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC9358714/







