Πεινάτε λίγο μετά το φαγητό; Τότε ίσως λείπει κάτι από το πιάτο σας
Το αίσθημα κορεσμού δεν είναι θέμα ποσότητας, αλλά και σύνθεσης: δείτε ποια συστατικά μπορούν να κάνουν ένα γεύμα πραγματικά χορταστικό.
Η κατάσταση έχει ως εξής: Έχετε μόλις τελειώσει το γεύμα σας και, παρότι ξέρετε ότι δεν πεινάτε πραγματικά, αρχίζετε λίγο αργότερα να σκέφτεστε τι θα μπορούσατε να φάτε. Ένα φρούτο, λίγη σοκολάτα, κάτι αλμυρό ή απλώς «κάτι μικρό»; Η πρώτη σας σκέψη ενδεχομένως να είναι ότι φάγατε λίγο, ωστόσο μπορεί το γεύμα σας να είχε αρκετή ποσότητα, αλλά να μην είχε τον σωστό συνδυασμό συστατικών για να σας κρατήσει χορτάτους.
Ο κορεσμός δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο φαγητό υπάρχει στο πιάτο. Παίζει ρόλο τι περιέχει, πόσο γρήγορα καταναλώνεται, αλλά και ο συνδυασμός πρωτεΐνης, φυτικών ινών, υδατανθράκων και λιπαρών. Με άλλα λόγια, δύο γεύματα με παρόμοιες θερμίδες δεν είναι απαραίτητο να έχουν την ίδια επίδραση στην πείνα που θα αισθανθείτε τις επόμενες ώρες.
Στη Σικελία Dua Lipa και Κάλουμ Τέρνερ Δείτε ακόμα
[CREDITS]
Όταν ένα γεύμα βασίζεται κυρίως σε υδατάνθρακες και περιέχει ελάχιστη πρωτεΐνη, μπορεί να μην προσφέρει τον ίδιο βαθμό κορεσμού με ένα πιο ισορροπημένο γεύμα. Η πρωτεΐνη επηρεάζει τους μηχανισμούς που σχετίζονται με την πείνα και τον κορεσμό και, ως μέρος ενός γεύματος, μπορεί να συμβάλει στο να αισθανόμαστε χορτάτοι για περισσότερη ώρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να μετατρέψουμε κάθε γεύμα σε «πρωτεϊνικό». Σημαίνει ότι ένα πιάτο με, για παράδειγμα, μόνο ψωμί και τυρί ή μόνο ζυμαρικά δεν έχει την ίδια διατροφική σύνθεση με ένα γεύμα που συνδυάζει μια πηγή πρωτεΐνης με λαχανικά και έναν ποιοτικό υδατάνθρακα. Και μην ξεχνάτε ότι πρωτεΐνη δεν είναι μόνο η μπριζόλα, το κοτόπουλο, το τυρί και τα αυγά, αλλά και τα όσπρια, τα προϊόντα σόγιας, οι σπόροι, οι ξηροί καρποί και η κινόα.
Οι φυτικές ίνες δίνουν διάρκεια
Τα λαχανικά, τα όσπρια, τα φρούτα και τα προϊόντα ολικής άλεσης προσφέρουν φυτικές ίνες, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στον κορεσμό και στη συνολική ποιότητα του γεύματος. Ένα πιάτο μακαρόνια, για παράδειγμα, δεν είναι το ίδιο όταν αποτελείται κυρίως από μεγάλη ποσότητα λευκών ζυμαρικών και σάλτσα, με ένα πιάτο όπου υπάρχουν ζυμαρικά ολικής άλεσης, λαχανικά και μια πηγή πρωτεΐνης. Δεν χρειάζεται να αποκλείσουμε κανένα από τα δύο τρόφιμα. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στον τρόπο που τα συνδυάζουμε.
Και τα καλά λιπαρά έχουν θέση στο πιάτο
Το ελαιόλαδο, οι ξηροί καρποί, οι σπόροι και άλλες πηγές ακόρεστων λιπαρών αποτελούν μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής και μπορούν να συμβάλουν στη γευστική ικανοποίηση ενός γεύματος. Το ζητούμενο, βέβαια, δεν είναι να προσθέτουμε μεγάλες ποσότητες λιπαρών με την προσδοκία ότι έτσι θα χορτάσουμε περισσότερο. Μια λογική ποσότητα ελαιολάδου σε μια σαλάτα, λίγοι ξηροί καρποί ή σπόροι στο γεύμα μπορούν να λειτουργήσουν διαφορετικά από ένα πιάτο που είναι πολύ φτωχό σε λιπαρά και αφήνει το γεύμα λιγότερο ικανοποιητικό.

Υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας που συχνά παραβλέπουμε: η ταχύτητα με την οποία τρώμε. Όταν ένα γεύμα καταναλώνεται βιαστικά, μπροστά σε μια οθόνη ή ανάμεσα σε δύο υποχρεώσεις, είναι ευκολότερο να μην αντιληφθούμε εγκαίρως τα σήματα κορεσμού. Η αίσθηση ότι «χόρτασα» δεν είναι ένας διακόπτης που ενεργοποιείται μόλις φτάσουμε σε έναν συγκεκριμένο αριθμό θερμίδων. Είναι μια διαδικασία στην οποία συμμετέχουν το στομάχι, το έντερο, ο εγκέφαλος και μια σειρά από ορμονικά και νευρικά σήματα. Συγκεκριμένα, η επιστήμη επιβεβαιώνει ότι απαιτούνται περίπου 15 έως 20 λεπτά από την πρώτη μπουκιά ώστε οι ορμόνες του κορεσμού (όπως η λεπτίνη) να στείλουν το σήμα στον εγκέφαλο ότι το σώμα έχει καλυφθεί. Όταν τρώμε βιαστικά, προσπερνάμε αυτό το βιολογικό «παράθυρο», με αποτέλεσμα να καταναλώνουμε πολύ περισσότερη τροφή από αυτή που πραγματικά χρειαζόμαστε. Παράλληλα, η διάσπαση της προσοχής από οθόνες στερεί από τον εγκέφαλο τον ψυχολογικό κορεσμό. Επειδή το μυαλό δεν «καταγράφει» συνειδητά τη διαδικασία, η ανάγκη για τσιμπολόγημα επανέρχεται πολύ πιο γρήγορα μετά το τέλος του γεύματος. Τέλος, η ελλιπής μάσηση λόγω βιασύνης επιβαρύνει το πεπτικό σύστημα προκαλώντας φούσκωμα και δυσπεψία, ενώ συνδέεται μακροπρόθεσμα και με πιο απότομες αυξομειώσεις του σακχάρου στο αίμα.

Δεν χρειάζεται να μετράμε γραμμάρια ή θερμίδες σε κάθε πιάτο. Ένας απλός τρόπος είναι να ελέγχουμε αν το γεύμα μας έχει μια πηγή πρωτεΐνης, αρκετά λαχανικά ή άλλη πηγή φυτικών ινών, έναν ποιοτικό υδατάνθρακα και μια λογική ποσότητα καλών λιπαρών. Ένα πιάτο με ψάρι, πατάτες, σαλάτα και ελαιόλαδο ή ένα μπολ με όσπρια, λαχανικά και λίγο ψωμί ολικής άλεσης, αλλά και λίγο γιαούρτι με βρώμη, φρούτο και ξηρούς καρπούς είναι καλές ενδεικτικές επιλογές. Δεν πρόκειται για «μαγικούς» συνδυασμούς. Είναι απλώς διαφορετικοί τρόποι να δημιουργήσουμε ένα γεύμα με μεγαλύτερη διατροφική πληρότητα.
Πολλές φορές το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να φάμε περισσότερο, αλλά να φτιάξουμε ένα γεύμα που να μας θρέφει και να μας ικανοποιεί πραγματικά.
Πηγές
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/32768415/
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23885994/
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/27380312/







